Ο Γιούνκερ «επίτιμος»: Μια πρόκληση. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Η είδηση είναι της περασμένης εβδομάδας, αλλά δεν είναι μπαγιάτικη: «Σε τελετή που θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 13 Ιουλίου», διαβάζουμε, «ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, θα αναγορευτεί επίτιμος διδάκτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ».

Χρειάζεται κόπος για να συγκρατήσει κανείς τις πρώτες του σκέψεις. Τι έκανε ο Γιούνκερ και αξίζει τέτοια τιμή; Γιατί μάλλον δεν είναι η συμβολή του στα ευρωπαϊκά νομικά πράγματα αυτή που κινητοποιεί την Νομική για να τον βραβεύσει.

«Η Σχολή», εξηγεί η ιστοσελίδα της Κοσμητείας, «έχει απονείμει την ύψιστη ακαδημαϊκή διάκριση του επίτιμου διδάκτορα του Τμήματος Νομικής σε κορυφαίους επιστήμονες με σημαντική προσφορά και διεθνή αναγνώριση, καθώς και σε άλλες επιφανείς προσωπικότητες που έχουν διακριθεί στους τομείς δραστηριότητάς τους». Αλλά τι καθιστά τον Γιούνκερ «επιφανή προσωπικότητα»;

«Στην καμπή που βρίσκεται σήμερα η διαδικασία της ολοκλήρωσης της Ευρώπης ανάμεσα στη στασιμότητα και την παρακμή», αναφέρει το σκεπτικό της απόφασης, «ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ υπερασπίζεται το άρρηκτο του δεσμού που πρέπει να συνδέει τα κράτη μέλη μέσα στο ευρωπαϊκό σύνολο». Αυτό όμως, ιδίως μετά την συνομολογημένη απόφαση για "Ευρώπη πολλών ταχυτήτων", είναι πολύ γενικό, ακόμα και για τη συνήθως απρόσωπη γλώσσα της Ακαδημίας. «Στο πλαίσιο της μόνιμης έντασης που βρίσκεται η Ελλάδα στις σχέσεις της με την Ένωση», συνεχίζει λοιπόν το σκεπτικό, «[ο Γιούνκερ] αταλάντευτα επιμένει ότι η διάρρηξη αυτών των σχέσεων μόνον ηττημένους θα έχει, τόσο στη μια όσο και την άλλη μεριά της σχέσης».

Είναι, λοιπόν, αυτό ακριβώς που νομίζουμε: μια πολιτική παρέμβαση της Νομικής στο πλαίσιο της περίφημης «διαπραγμάτευσης» – ένα είδος «Μένουμε Ευρώπη» ή «Παραιτηθείτε», επί το ακαδημαϊκότερο. Και, ακούσια ή μη, πάντως δύσκολα θα βρισκόταν ισχυρότερος συμβολισμός από τη στιγμή αυτής της παρέμβασης – δύο ακριβώς χρόνια μετά το ελληνικό δημοψήφισμα που είπε «ΟΧΙ» ακριβώς στο περίφημο «πακέτο Γιούνκερ».

Ας θυμίσουμε μόνο τα γεγονότα – γιατί οι τελετές σαν αυτήν του ερχόμενου Ιουλίου, στη μνήμη ακριβώς των γεγονότων παρεμβαίνουν, κι αυτήν επιχειρούν να υφάνουν από την αρχή:

«Το ‘όχι’», έλεγε τότε ο τιμώμενος, «θα είναι καταστροφικό. Όλος ο πλανήτης ξέρει πως το ‘όχι’ σημαίνει, ανεξαρτήτως ερωτήματος, καθώς ακόμα δεν το ξέρουμε, πως η Ελλάδα λέει ‘όχι’ στην Ευρώπη. Δεν πρέπει να αυτοκτονήσετε επειδή φοβάστε να πεθάνετε».

«Το πακέτο των Θεσμών», διαβεβαίωνε με τον ίδιο κυνισμό επικυρίαρχου, «συνεπάγεται περισσότερες θέσεις εργασίας και επενδύσεις. Δεν πρόκειται για μια ‘χαζή’ πρόταση λιτότητας, αλλά για πρόταση που ενισχύει την κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν περιέχει περικοπές στο συνταξιοδοτικό και στους μισθούς, αλλά σε τομείς που δεν επηρεάζουν την κοινωνία, όπως οι αμυντικές δαπάνες».

Αυτά βέβαια ενόψει δημοψηφίσματος. Γιατί στην αρχή της φετινής χρονιάς, το μοτίβο θα άλλαζε: «Στο Μνημόνιο για το Πρόγραμμα Στήριξης και Σταθερότητας που συμφωνήθηκε το καλοκαίρι του 2015», απαντούσε τον Φλεβάρη στις ευρωβουλευτίνες της Σοσιαλιστικής Ομάδας Ροντρίγκες (Πορτογαλία) και Στέινρουκ (Γερμανία), «η Ελλάδα όντως συμφώνησε να ευθυγραμμίσει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τις συλλογικές απολύσεις και τα πλαίσια των βιομηχανικών δράσεων με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές». Κι ο ίδιος κατέληγε με ωμή ειλικρίνεια:

«Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει πως τα Μνημόνια είναι δράσεις του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, οι οποίες βρίσκονται εκτός της έννομης τάξης της ΕΕ. Επομένως, όταν υιοθετούνται εθνικά μέτρα που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο του Μνημονίου, η Ελλάδα δεν εφαρμόζει την ευρωπαϊκή νομοθεσία και ως εκ τούτου ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν ισχύει ως έχει στα ελληνικά μέτρα».

Η ισχύς, όχι δηλαδή οι Χάρτες Δικαιωμάτων, είναι που παράγει δίκαιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κι  αυτήν ακριβώς την αντίληψη περί δικαίου και «κοινοτικού κεκτημένου» τιμά η Νομική με την αναγόρευση του Γιούνκερ σε «επίτιμο». Γι’ αυτό και μόνο θυμηδία προκαλεί η εκτίμηση πως, για την απόδοση αυτής της ύψιστης τιμής, «βάρυνε το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην οποία προεδρεύει και της οποίας προΐσταται, συγκροτήθηκε με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας (2009) ως ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο, του οποίου η νομιμοποίηση εν μέρει αντλείται ευθέως από τη βούληση των ευρωπαίων πολιτών».

Οι ευρωπαίοι πολίτες είναι γραμμένοι στα παλαιότερα των υποδημάτων του τιμώμενου. Δεν το είδαμε μόνο το καλοκαίρι του 2015. Το επιβεβαίωσε ο ίδιος προχτές, λίγο πριν τη συνάντηση των ευρωπαίων ηγετών με την Τερέζα Μέι, και απαντώντας σαν κοινός τζογαδόρος στο ερώτημα αν το Brexit είναι αναστρέψιμο: «Δεν έχω ποτέ αυταπάτες, διότι δεν μου αρέσει να χάνω. Οπότε Let it Be!».

Για όλους αυτούς τους λόγους είναι πρόκληση η βράβευση του Γιούνκερ – και μάλιστα για δεύτερη φορά από την ίδια σχολή μετά το 2011, όπως αναφέρει η ιστοσελίδα της. Πρόκληση. Όχι μόνο γιατί στο «ελληνικό πρόβλημα» ο Γιούνκερ λειτούργησε ως ντίλερ των ευρωπαϊκών τραπεζών (η 24σέλιδη έρευνα της «Ευρωπαϊκής Σχολής Μάνατζμεντ και Τεχνολογίας» (ESMT) του Βερολίνου, που δημοσίευσε πέρσι η γερμανική Handesblatt, έδειξε ότι αυτές ήταν που «έσωσαν» τα μνημονιακά πακέτα «σωτηρίας». Είναι πρόκληση, γιατί ο φιλελεύθερος «πολιτισμικός» ευρωπαϊσμός του (ο ίδιος που συμμερίζονται και οι νομομαθείς του ΑΠΘ…), είναι ένα μείγμα γραφειοκρατικής τύφλωσης, κυνικού ταξικού υπολογισμού, θρασύτητας επικυρίαρχων και κοινής ψευδολογίας – τουλάχιστον για όποιον μετέχει ακόμα του ορθού λόγου, και ενδιαφέρεται για τα γεγονότα περισσότερο από τις εντυπώσεις, την «αύρα» ή την «επίγευση» της πολιτικής.

Για όποιον καταλαβαίνει πως ο α λα Γιούνκερ ευρωπαϊσμός είναι η συνταγή που δουλεύει για τον λεπενισμό στην Ευρώπη, είναι μάλλον προφανές: η υπεράσπιση της μνήμης του 2015, η έμπρακτη λοιπόν αντίθεση στην πρόκληση του ερχόμενου Ιουλίου, δεν είναι υπόθεση μόνο της αριστερής μελαγχολίας. Είναι, βεβαίως, οπωσδήποτε και αυτής[1].

 

[1] «Η αριστερή μελαγχολία», λέει στο θαυμάσιο ομώνυμο βιβλίο ο Έντζο Τραβέρσο, «μπορεί να πάρει πολλές μορφές, από ατομικές αναμνήσεις συναγμένες στο τέλος μιας ζωής αγώνων μέχρι τη στενοχώρια για τις χαμένες ευκαιρίες, από το πένθος που μετατρέπεται σε ξεσηκωμό ως τις αναμνηστικές τελετές για τις μάχες του παρελθόντος». Πάντα μπορεί να διαλέγει κανείς.