νόμοι και τάξεις

«Η ώρα έχει πάει περίπου 3 π.μ. Ο Χρυσοχοΐδης δεν μπορεί να κοιμηθεί από την αγωνία, όλες οι πληροφορίες δείχνουν ότι πρόκειται για τη 17 Νοέμβρη και το μεγάλο του άγχος είναι “να μην γίνει κανένα λάθος”. Ο προσωπικός του οδηγός κοιμάται σε ένα άλλο σπίτι και ο υπουργός αποφασίζει να πάρει το αυτοκίνητο και να κατέβει μόνος του στην Αθήνα. Το σκούρο μπλε υπηρεσιακό Άουντι τρέχει με 200 χιλιόμετρα καθώς χαράζει και ο τροχονόμος λίγο έξω από την Λαμία του κάνει νόημα να σταματήσει. Για λίγα λεπτά δεν αναγνωρίζει τον υπουργό και μετά τον αφήνει να φύγει με το σχόλιο: “Γιατί τρέχεις έτσι, βρε παιδί μου;”...»

Α. Παπαχελάς, Τ. Τέλλογλου, «Φάκελος 17 Νοέμβρη», ΕΣΤΙΑ

Η απόσταση που διανύει αυτοκίνητη συσκευή η οποία έχει αναπτύξει ταχύτητα 200 χλμ/ώ, απ’τη στιγμή που ο χειριστής της αντιληφθεί κάτι και μέχρι να αντιδράσει, είναι περίπου 56 μέτρα. Αφότου φρενάρει, το όχημα θα διανύσει άλλα 240 μέτρα μέχρι να ακινητοποιηθεί. Χρειάζεται δηλαδή 296 μέτρα για να σταματήσει σε επίπεδη, στεγνή, ασφαλτοστρωμένη επιφάνεια δρόμου. Σε συνθήκες νυχτερινής οδήγησης τα φώτα διασταύρωσης έχουν βεληνεκές περίπου 40 μέτρων και τα φώτα πορείας 100 μέτρων. Οποιοδήποτε ακίνητο χωρίς ανακλαστικά στοιχεία εμπόδιο, ο οδηγός θα το αντιληφθεί στα εκατό μέτρα μπροστά του και αφότου το χτυπήσει θα κάνει άλλα διακόσια μέτρα πριν σταματήσει. Στην πραγματικότητα θα το εγκαταλείψει.

Η υπέρβαση ορίων ταχύτητας αποδεικνύεται η κύρια και βασική αιτία κάθε τροχαίας σύγκρουσης. Απ’ την πρόσφατη αυστηροποίηση διατάξεων του ΚΟΚ εξαιρούνται εκκωφαντικά η υπερβολική ταχύτητα και η εγκατάλειψη θυμάτων. Η λατρεία της ταχύτητας είναι η ιερή συνθήκη της κυριαρχίας του αυτοκινήτου στην καθημερινή ζωή των πόλεων και προϋπόθεση για την κερδοφορία αυτοκινητοβιομηχανιών, πετρελαιοβιομηχανιών, εταιρειών ελαστικών και κατασκευαστικών.

Η λατρεία της ταχύτητας απογειώνεται σαν φαντασμαγορική συνθήκη στον μηχανοκίνητο αποκλειστικά αρσενικό αθλητισμό, και το τηλεοπτικό κοινό εξοικειώνεται με το θέαμα των συγκρούσεων.

Η ταξική διάσταση και παραδοξότητα του εθισμού στην ταχύτητα φαίνεται στο χειρισμό επαγγελματικών οχημάτων (από δίκυκλα ντελίβερι μέχρι βαριά οχήματα) γιατί αυτήν ακριβώς την αποδοτική διάσταση της οδήγησης επιδιώκουν τα αφεντικά από τους οδηγούς τους.

Θα περίμενε κανείς, με βάση τα συντριπτικά σε σχέση με άλλης μορφής παραβατικότητες ποσοστά σε νεκρούς, τραυματίες, καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, η καταπολέμηση της τροχαίας εγκληματικότητας να είναι η προτεραιότητα των μηχανισμών ασφαλείας του πολίτη. Είναι όμως η μορφή παραβατικότητας που το μετεμφυλιακό κράτος ανέχτηκε, ίσως γιατί ήταν συμβατή με το μοντέλο ανάπτυξης που φαντασιώθηκε.

Η κυριαρχία του αυτοκινήτου έχει οδηγήσει τις πόλεις και την ύπαιθρο σε μια εξ ορισμού παράλογη ανάπτυξη και την καθημερινότητα των ανθρώπων σε εξοικείωση με βίαιες καταστάσεις και μια δίχως επιστροφή βαρβαρότητα.

Η απλή πρόταση για μηχανισμό περιορισμού ταχύτητας (κόφτης) και στα ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα ακούγεται πάντα στους ειδικούς της κυκλοφορίας αφελής και αντιμετωπίζεται με ειρωνεία.

Στις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης, στα σχέδια «για να νιώθουν όλοι οι Έλληνες ασφαλείς στα σπίτια και τις γειτονιές μας» δεν υπάρχει η ελάχιστη αναφορά στην τροχαία εγκληματικότητα και την καταπολέμησή της.

Όταν όμως ο αυστηρός υπουργός δημόσιας τάξης διαρρέει την παραπάνω ιστοριούλα και οι συγγραφείς του προπαγανδιστικού βιβλίου επιλέγουν να την χρησιμοποιήσουν σαν μια χαριτωμένη πινελιά για τον συμπαθητικό αρσενικό της διπλανής πόρτας, όταν ένα τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας η τροχαία ευρισκόμενη σε επιφυλακή ανέχεται να περάσει από μπροστά της στην εθνική οδό μια Πόρσε που έτρεχε με 300 χλμ/ώ, και όταν στις 6/12/2008 ο Κορκονέας και ο φιλαράκος του αντί να κατευθυνθούν όπως διατάχθηκαν και να βεβαιώσουν παράβαση σε όχημα παρκαρισμένο σε διάβαση, ψαχνόντουσαν στα Εξάρχεια επειδή ένιωθαν πολύ «Σπαρτιάτες» για να κάνουν κάτι τόσο «αδερφίστικο» όπως το να κόψουν μια κλήση, τότε φαίνεται ότι η τροχαία παραβατικότητα όχι μόνο δεν τους ανησυχεί και δεν εντοπίζεται σαν πρόβλημα δημόσιας ασφάλειας αλλά έχουν ενδώσει στη γοητεία της. Οι διαλεκτικές των τεχνικών της ασφάλειας στοχεύουν μόνο σ’ ό,τι αναγνωρίζουν σαν εσωτερικό εχθρό.

cava τιποτων