Mysterium tremendum et fascinans. Του Χρήστου Λάσκου

Μαξ Τσάρλσγουορθ, Φιλοσοφία και Θρησκεία (μετάφραση: Χρήστος Τριανταφυλλόπουλος), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 372

Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, όλες οι ελπίδες μας είναι μάταιες

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ, Α’ Κορ. 15, 14-17

Μυστήριο τρομακτικό και γοητευτικό, μεταφράζεται ο λατινικός τίτλος.

Και όλοι ξέρουμε πως πρόκειται για φράση που περίπου περιέχεται στην εξόδιο ακολουθία του ορθόδοξου χριστιανισμού. Φράση που αφορά τον θάνατο, η μελέτη του οποίου, σύμφωνα με μια από τις θεμελιώδεις απαρχές της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας είναι, εν τέλει, ο λόγος ύπαρξης της ίδιας της φιλοσοφικής δραστηριότητας. Η φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου σύμφωνα με τον σχετικό ισχυρισμό.

Και η θρησκεία τι είναι, άραγε, αν όχι παρηγορία απέναντι στον τρόμο του θανάτου; Το παράθεμα από τον Παύλο, που προηγείται, το δηλώνει με τη μεγαλύτερη σαφήνεια: Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, όλες οι ελπίδες μας [για την προσωπική αθανασία] είναι μάταιες. Ακόμη κι έτσι, όμως, ακόμη και με δεδομένη την ανάστασή Του, ο τρόμος δεν εξοβελίζεται εύκολα.

Ο αναστημένος Λάζαρος έμεινε για πάντα στη σιωπή. Γιατί το Ευαγγέλιο τον αφήνει στη σιωπή, άραγε; Πόσο μη μεταδόσιμη είναι η εμπειρία του θανάτου, ακόμη κι από κάποιον που είχε το προνόμιο να επιστρέψει με την ενεργητική παρέμβαση του ίδιου του Υιού; Και πόσο φιλοσοφικά ενδιαφέρον είναι το ερώτημα αυτό για όσους «μελετούν τον θάνατο»;

Μέρες που είναι, των παθών και της ανάστασης στα μέρη μας, το βιβλίο του Τσάρλσγουορθ είναι ένα σπουδαίο ανάγνωσμα, για πιστούς κι απίστους εξίσου. Πρόκειται για μια από τις καλύτερες εισαγωγές στη Φιλοσοφία της Θρησκείας. Αναπτύσσει σε βάθος τα οντολογικά και γνωσιολογικά ζητήματα, που συνδέονται με την θρησκεία και παρέχει τα μέσα για την αναγκαία εννοιολογική διασάφηση, προκειμένου, τουλάχιστον, να καταλαβαίνουμε τι λέμε.

Τι είναι πίστη; Τι είναι απόδειξη; Τι είναι το Είναι; Για τι μπορούμε να μιλάμε και μπροστά σε τι πρέπει (;) να σιωπούμε; Πώς το πεπερασμένο μπορεί να χωρέσει το άπειρο; Είναι δυνατόν να μιλάμε αποφατικά χωρίς να είμαστε α-νόητοι;

Αυτά τα ερωτήματα και πολλά αντίστοιχα είναι προφανές πως δεν αφορούν ειδικά τους πιστούς. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τα θεμελιώδη «γενικά» φιλοσοφικά θέματα, τα οποία η Φιλοσοφία της Θρησκείας αντιμετωπίζει σε άμεση συνάρτηση με την έννοια του Θεού. Μια έννοια εξαιρετικά παραγωγική, στο μέτρο που μας παρέχει τη δυνατότητα να αναμετρηθούμε «αναγκαστικά» με τις έννοιες του Είναι, της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, καθώς και με τις συνθήκες δυνατότητας της σκέψης αναφορικά με αυτές. Το «τι είναι Θεός» συνιστά ερώτημα, που συνδέεται με τις απαντήσεις που δίνονται στο σύνολο των οντολογικών και γνωσιολογικών ερωτημάτων, που αποτελούν το αντικείμενο της φιλοσοφίας.

Δεν είναι τυχαίο, από αυτήν την άποψη, πως μια από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές «σχολές», με έκταση από τον Πλάτωνα μέχρι και τον Χέγκελ, τουλάχιστον, θεωρεί την Φιλοσοφία ως Θρησκεία, στο μέτρο που η τελευταία δεν είναι παρά η νοερή θέαση του «Θεού». Ο «Θεός» εδώ είναι, με αριστοτελικούς όρους «νόησις νοήσεως», της οποίας η ενατένιση είναι έργο της Φιλοσοφίας. Όπως σημειώνει σχετικά ο Τσάρλσγουορθ, «για τον Θεό υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις: για τον Πλάτωνα, Θεός είναι η ιδέα του Αγαθού∙ για τον Αριστοτέλη, η αμιγώς και αιωνίως ενεργητική πηγή της μεταβολής, ο αΐδιος ποιητικός νους∙ για τον Πλωτίνο και τους νεοπλατωνικούς εν γένει, είναι το Εν, που υπερβαίνει όλες τις πεπερασμένες κατηγορίες μας∙ για το Ισλάμ, ο δημιουργός Θεός με τις πρόνοιές του∙ για τον Σπινόζα, η άπειρη ουσία (Deus sive Natura [Θεός ή Φύση]), «τρόποι» της οποίας είναι τα πεπερασμένα όντα∙ για τον Χέγκελ, το αυτοσυνείδητο Πνεύμα, που πραγματώνεται μέσα στον κόσμο. Όλες αυτές οι θεωρήσεις προβάλλουν μια διανοητική πρόσληψη, ενατένιση και απόλαυση του Θεού που στην ουσία της είναι θρησκευτική» (σελ. 85).

Το Αγαθό, το Ον ως Ον, το Εν, η Υπόσταση, το Απόλυτο Πνεύμα δεν υπάρχουν, απλώς. Είναι αυτό που κατεξοχήν και πλήρως υπάρχει, αυτό «που βράζει από ζωή», όπως θα πει ο Πλωτίνος. Ο Θεός είναι το κατεξοχήν Ον, αυτό στο οποίο ουσία και ύπαρξη συμπίπτουν. «Εγώ ειμί ο Ων», όπως λέει ο «δικός μας» Θεός. Μόνο που ο «Θεός», όπως περιγράφεται από τη «σχολή» που αναλύθηκε μέχρις εδώ, μάλλον δεν έχει καμιά σχέση με τον προσωπικό Θεό του χριστιανισμού.

Ο Τσάρλσγουορθ διεξέρχεται με πολύ εμβριθή, πολύ βαθύ, αλλά και κατανοητό, τρόπο την ιστορία της «έννοιας του Θεού». Όπως, επίσης, και την ιστορία της διαχρονικής διαμάχης σχετικά με τη δυνατότητα να εννοήσουμε αυτήν την έννοια, καθώς και τις σχετιζόμενες με αυτήν άλλες έννοιες.

Έχει νόημα –και υπό ποιους όρους- η έννοια του υπερφυσικού; Έχει νόημα –και υπο ποιους όρους- η έννοια της προσωπικής αθανασίας; Τι νόημα μπορεί να δοθεί στο δόγμα της Τριάδας; Ή στο δόγμα της Σάρκωσης; Βγάζουν νόημα όλα αυτά; Ή πρόκειται για α-νοησίες;

Μήπως, όπως υποστηρίζει ο Ακυινάτης, ακολουθώντας, κατά κάποιον τρόπο, τους Έλληνες Πατέρες, μόνο αποφατικά μπορούμε να αναφερόμαστε στον Θεό; Ή θα έπρεπε να σταματήσουμε κάθε φιλοσοφική προσέγγιση, στο μέτρο που, όπως λέει ο Πασκάλ, «η καρδιά έχει τους λόγους της, τους οποίους η λογική αγνοεί»; [“Η τελευταία πράξη του λόγου είναι ν’ αναγνωρίσει ότι υπάρχουν άπειρα πράγματα που τον υπερβαίνουν, Pensées 267”]. Μήπως το μόνο που χρειάζεται είναι η «πεφωτισμένη άγνοια» (acta ignoranta) του Τερτυλλιανού; Ίσως ο Θεός ούτε μπορεί ούτε δεν μπορεί να αποδειχθεί, όπως λέει ο Καντ, εφόσον ο Καθαρός Λόγος δεν μπορεί να αποφανθεί παρά μόνο σχετικά με τα εμπειρικά αντικείμενα και καθόλου για τα noumena (νοούμενα) υποκείμενα, τα «καθεαυτά»;

Μήπως όλη η σχετική γνωστική ενασχόληση είναι άτοπη; Να, τι καταλογίζει ο Κίρκεγκωρ στον Αυγουστίνο: «Επανέφερε τον πλατωνικο-αριστοτελικό, τον ελληνικό εν γένει, φιλοσοφικό, παγανιστικό ορισμό της πίστης…, μια έννοια που ανήκει στη σφαίρα της νόησης… Από την οπτική γωνία του χριστιανισμού, η πίστη είναι υπαρξιακή∙ ο Θεός δεν εμφανίστηκε σαν καθηγητής που είχε να μας διδάξει κάποια πράγματα, τα οποία πρέπει πρώτα να πιστέψουμε και μετά να κατανοήσουμε… Η πίστη εκφράζει σχέση μεταξύ προσώπων» (σελ. 168). Διαφορετικά, «ο Θεός δεν αποφάσισε να σώσει τον λαό Του μέσω της διαλεκτικής».

Μια αντίστοιχη, έντονα σκεπτικιστική στάση, με την κοινή έννοια της λέξης, θα δείξουν τα μοντέρνα ρεύματα, από την αναλυτική φιλοσοφία μέχρι την τοποθέτηση σχετικά με τα γλωσσικά παίγνια και τις μορφές ζωής του Βιτγκενστάιν, όπως και οι μεταμοντερνιστικές («αντιθεμελιοκρατικές») προσεγγίσεις, στις οποίες ο Τσάρλσγουορθ εντάσσει από τον Χάιντεγκερ μέχρι τον Ντεριντά. Πολύ χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Στάνλεϋ Φις: «Η αντιθεμελιοκρατία διδάσκει ότι ερωτήματα για το ον, την αλήθεια, την ορθότητα, την εγκυρότητα και τη σαφήνεια δεν μπορούν ούτε να τεθούν ούτε να απαντηθούν εν αναφορά προς μια πραγματικότητα, έναν κανόνα ή μια αξία που βρίσκεται, υποτίθεται, έξω από κάθε περικείμενο, έξω από την ιστορία, έξω από οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατάσταση. Αντ’ αυτού, η αντιθεμελιοκρατία υποστηρίζει ότι τα ζητήματα αυτά μπορούμε να τα κατανοήσουμε και να τα συζητήσουμε μόνο εντός συγκεκριμένων περικειμένων, καταστάσεων, προτύπων και κοινοτήτων, πράγματα που τους δίνουν νόημα τοπικό και μορφή μεταβλητή» (σελ. 320). Μόνο που και η «αντιθεμελιοκρατία» έχει προκύψει ως ισχυρό ρεύμα μέσα σε συγκεκριμένα περικείμενα κι επομένως οι ισχυρισμοί της δεν αποφεύγουν την επιτελεστική αντίφαση –εκτός κι αν αποδεχτούμε πως ούτε η ίδια έχει καθολική εφαρμογή, αλλά, τότε, δεν έχει το νόημα που η ίδια αποδίδει στον εαυτό της. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως ούτε ο Βιτγκενστάιν ούτε ο Χάιντεγκερ θα απορρίψουν το «Μυστικό» ή τον «Θεό» (τον θεϊκό Θεό, με τα λόγια του τελευταίου).

Ο Τσάρλσγουορθ έγραψε ένα πραγματικό βιβλίο αναφοράς. Πρόκειται εκτός των άλλων για πολύ «αγγλικό» βιβλίο, απολαυστικό ανάγνωσμα.

                      ***

Ο άνθρωπος, που «με ξύπνησε από τον δογματικό μου λήθαργο», τον «υλιστικό», ήταν ο Γεράσιμος Βώκος. Είκοσι χρόνια πριν δίδασκε στη Φιλοσοφική της Θεσσαλονίκης χριστιανική Φιλοσοφία της Θρησκείας.

Αυτό το «ξύπνημα» δεν με έκανε ούτε πιστό ούτε λιγότερο υλιστή. Μου διευκρίνισε, όμως, πράγματα πάνω στον υλισμό μου, απέναντι στα οποία ήμουν εντελώς ανύποπτος. Και μου έδειξε πόσο σημαντικά είναι αυτά τα «ιδεαλιστικά» θέματα –ιδίως για τους «υλιστές».

Ο Βώκος πέθανε στις 14 Απριλίου. Η απώλεια για την φιλοσοφική κοινότητα είναι μη αναπληρώσιμη.

Ήταν μοναδικός και υπήρξαν πολύ τυχεροί όσοι διάβασαν μαζί του Καρτέσιο, Σπινόζα ή Καντ.