«Με τον άδικο χωρισμό της οικογένειάς μου δεν μπορώ να συμβιβαστώ»

Η Φιριέλ Ιμπραχίμ είναι μία από τις χιλιάδες πρόσφυγες από τη Συρία, Κούρδισσα και μητέρα τεσσάρων παιδιών που στα 34 της χρόνια μετρά ήδη τέσσερα ξεριζωμού. Το μικρότερο σπλάχνο της το γέννησε στον δρόμο για την ασφάλεια της Ευρώπης. Είναι αυτό που την κράτησε πίσω, καθώς η υπόλοιπη οικογένειά της έφτασε στη Γερμανία όπου πήρε άσυλο και την περιμένει.

Γράφει η Ιωάννα Σωτήρχου για την Εφημερίδα των Συντακτών

Γιατί δεν τους συναντά παρότι έχει την άδεια των γερμανικών αρχών; Επειδή οι ελληνικές αρχές κωλυσιεργούν, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να χάσει το χρονικό περιθώριο που ορίζεται για την έκδοση άδειας διέλευσης συνόρων για να ξανασμίξει μαζί τους.

«Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Αφού μπορούσαμε να έχουμε φύγει από το προηγούμενο καλοκαίρι, γιατί μας κρατάει εδώ η Ελλάδα;» είναι το ερώτημά της. Μπορεί να της απαντήσει κάποιος αρμόδιος; Αυτή είναι η ιστορία της όπως τη διηγήθηκε στον Γ.Τ. για την «Εφ.Συν.».

«Πριν από τριάμισι χρόνια βομβαρδίστηκε το σπίτι μας στο Χαλέπι. Σκοτώθηκαν οι γονείς μου και άλλοι συγγενείς που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία. Με τον Αχμεντ, τον άνδρα μου, και τα τρία παιδιά μας (τη Χαμίντε, τότε 11 ετών, τον Γάζι 7 και τον Μωχάμεντ 1) φύγαμε και περπατήσαμε μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Εκεί δουλέψαμε, ακόμη και η Χαμίντε, για να βγάλουμε χρήματα και να φύγουμε για την Ευρώπη, με σκοπό να τύχει ιατρικής περίθαλψης ο σύζυγός μου που είχε πρόβλημα στα πνευμόνια από τη σκόνη που ανέπνευσε στους βομβαρδισμούς. Στην Κωνσταντινούπολη γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου του 2015 η Μαριάμ.

Στην Ειδομένη

»Τον Ιούλιο του 2015 ο σύζυγός μου πέρασε, μαζί με τα δύο αγοράκια μας, από τη Σμύρνη στη Λέσβο, και μετά από την Ειδομένη έφτασε με τα πόδια στη Γερμανία όπου υπέβαλε αίτηση ασύλου. Τον Ιανουάριο του 2016 πήραν αυτός και τα παιδιά άσυλο. Αμέσως δανείστηκα χρήματα και στις αρχές Φεβρουαρίου πέρασα από τη Σμύρνη στη Χίο μαζί με τις δύο κόρες μου. Στη βάρκα επέβαιναν συνολικά 38 άτομα. Ολα μαζί προχωρήσαμε μέχρι την Ειδομένη. Κάποια από αυτά κατάφεραν και πέρασαν τα σύνορα πριν κλείσουν.

»Το κλείσιμο των συνόρων με αρρώστησε. Οι γιατροί μού έδωσαν φάρμακα για την κατάθλιψη, αλλά η κατάσταση δεν βελτιώθηκε και πολύ. Μου έλειπαν τα παιδιά, που ήταν στη Γερμανία, και φοβόμουν για το μωρό, τη Μαριάμ, που ό,τι έτρωγε το έκανε εμετό. Αν δεν ήταν ο φόβος για τη ζωή της Μαριάμ θα προσπαθούσα να περάσω παράνομα τα σύνορα και να φτάσω με τα πόδια στη Γερμανία. Δεν το έκανα και συχνά μετανιώνω γι’ αυτό. Για χάρη του μωρού ζήτησα και μας δέχτηκε στο σπίτι της μια οικογένεια Ελλήνων της Θεσσαλονίκης, που ήταν εθελοντές στην Ειδομένη.

»Μαζί ήρθε και μια άλλη οικογένεια από το Χαλέπι, από αυτές που είχαμε έρθει μαζί, έτσι είχα και παρέα από την πατρίδα. Γίναμε μια μεγάλη οικογένεια. Εγώ θεωρούμουν τυχερή γιατί είχα το δικαίωμα κάνοντας αίτηση ασύλου να μεταφερθεί η αίτησή μου στη Γερμανία και γρήγορα να ενωθούμε με την οικογένειά μας στη Γερμανία. Το πολύ τρεις-τέσσερις μήνες, έλεγαν όλοι.

»Ομως ενώ οι άλλες οικογένειες που ζητούσαν μετεγκατάσταση έπαιρναν γρήγορα ημερομηνία για αίτηση, οι οικογένειες που θέλαμε οικογενειακή επανένωση και είχαμε δικαίωμα, όλο καθυστερήσεις είχαμε. Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Αφού μπορούσαμε να έχουμε φύγει από το προηγούμενο καλοκαίρι, γιατί μας κρατάει εδώ η Ελλάδα; Ξέρω άλλες γυναίκες που ήταν στα καμπ και υπόφεραν πολύ τον χειμώνα, εμείς τουλάχιστον ήμασταν μέσα σε σπίτι, σε οικογένεια.

»Εμένα ήρθε η έγκριση από τη Γερμανία, ότι μπορώ να πάω εκεί, στις 2 Ιανουαρίου. Το έμαθα αμέσως γιατί οι αρχές της Γερμανίας δίνουν όλες τις πληροφορίες για την υπόθεσή σου. Ετσι ο άνδρας μου πήρε αμέσως το έγγραφο της αναδοχής. Εδώ στην Ελλάδα μού το έδωσαν στις 29 Μαρτίου, τρεις μήνες αργότερα.

»Στην Υπηρεσία Ασύλου που με κάλεσαν και μου έδωσαν το έγγραφο της αναδοχής από τη Γερμανία, είχα μαζί μου γραπτή αίτηση, ότι ήθελα να κάνω χρήση του δικαιώματός μου να φύγω αμέσως από την Ελλάδα με δικά μου έξοδα και γι’ αυτό ζητούσα να μου χορηγηθεί το έγγραφο διέλευσης που προβλέπεται από τη Σύμβαση του Δουβλίνου.

»Δεν δέχτηκαν να παραλάβουν την αίτηση, μου την έβαλαν στο χέρι και είπαν “όχι, δεν την παίρνουμε, θα σε ειδοποιήσει το ταξιδιωτικό γραφείο πότε θα φύγεις”. Ο δικηγόρος που με βοηθάει, χωρίς να παίρνει χρήματα, την έστειλε την άλλη ημέρα με εξώδικο. Δεν απάντησαν.

Οικογενειακή επανένωση μεταναστών

AP PHOTO / GREGORIO BORGIA

»Δεν αντέχω πια. Κάναμε και προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όλοι λένε ότι θα δικαιωθώ και θα τιμωρηθεί η Ελλάδα, αλλά εγώ δεν θέλω να τιμωρηθεί, εγώ θέλω να ενωθεί η οικογένειά μας όσο γίνεται πιο γρήγορα. Αυτό μόνο θέλω. Εχω γνωρίσει στην Ελλάδα τόσους καλούς ανθρώπους, όλη η γειτονιά μάς αγαπάει και μας συμπαραστέκεται. Αυτή είναι για μένα η Ελλάδα.

»Με ρωτάς πώς περνώ τη μέρα μου. Να σου πω πρώτα ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ. Εχω πολύ λίγο ύπνο. Αρα να σου πω πρώτα πώς περνώ τη νύχτα μου, όταν τα παιδιά κοιμούνται. Ολο σκέφτομαι τι μπορώ να κάνω για να τελειώσουν αυτά τα βάσανα. Μετά φοβάμαι ότι δεν θα τελειώσουν ποτέ. Βγαίνω τη νύχτα έξω από το σπίτι, για να μην ενοχλώ, και κλαίω. Αν δεν ήμασταν φτωχοί και είχαμε λεφτά, θα είχαμε πληρώσει και θα φεύγαμε παράνομα, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι.

»Τώρα θα ήμουν με την οικογένειά μου. Πονάω τα παιδιά μου εδώ, μακριά από τον πατέρα τους και τ’ αδέρφια, αλλά πιο πολύ κλαίω για τα παιδιά μου εκεί στη Γερμανία. Κάθε μέρα με ρωτάνε γιατί δεν πηγαίνω. Τι να πω στον Μωχάμεντ, μικρό παιδί είναι, τι να καταλάβει; Ολη τη μέρα έχω ανοιχτό το Whats up και μιλώ με τα παιδιά. Δίνω συμβουλές, ρωτάω τι έκαναν, λέω τι κάνουν εδώ οι αδερφές τους, όλα τα παρουσιάζω να είναι καλά και τα παρηγορώ ότι γρήγορα θα συναντηθούμε.

»Ομως πια δεν ξέρω αν θα συναντηθούμε ποτέ. Από τα 38 άτομα που ήμασταν στη βάρκα και μαζί φτάσαμε στην Ειδομένη, όλοι έλεγαν ότι εγώ είμαι τυχερή που έχω την οικογένεια στη Γερμανία και θα φύγω γρήγορα. Οι άλλοι δεν είχαν κανέναν, έπρεπε να περιμένουν να γίνουν δεκτοί με μετεγκατάσταση. Ομως όλοι έχουν φύγει πια, σχεδόν όλοι στη Γερμανία, και μόνο εγώ με τα παιδιά μου έχουμε μείνει εδώ. Εσύ μπορείς να το εξηγήσεις αυτό; Τι μπορώ να περιμένω και σε ποιον να πιστεύω;

»Ευτυχώς στην οικογένεια που ζούμε είμαστε καλά, μας έχουν σαν παιδιά τους και οι φίλοι τους μάς έκαναν φίλες. Αν δεν είχαμε κι αυτούς, θα είχα πεθάνει. Ο γιατρός λέει ότι έχω επιλόχεια κατάθλιψη που έγινε χρονία και ότι πρέπει να τη φροντίσω όταν πάω στη Γερμανία. Ας πάω εγώ, να έχω όλα τα παιδιά μου κοντά και θα γίνω καλά. Εκεί μας παραχώρησαν ήδη μεγάλο διαμέρισμα που μας περιμένει. Θα φτιάξουμε το νοικοκυριό μας ξανά, τότε όλα τα προβλήματα υγείας θα ξεπεραστούν.

»Με τον θάνατο των γονιών μου από τους βομβαρδισμούς συμβιβάστηκα γιατί δεν μπορώ ν’ αλλάξω τίποτε σ’ αυτό, όμως με τον άδικο χωρισμό της οικογένειάς μου δεν μπορώ να συμβιβαστώ, ούτε να τον συνηθίσω. Γιατί το κάνουν αυτό; Αυτοί δεν είχαν μάνα, δεν έχουν παιδιά, δεν ξέρουν τι σημαίνει χωρισμός; Θέλω να φύγω και να τα ξεχάσω όλα».

Τι λένε ο Συνήγορος και η Υπηρεσία Ασύλου

Μα γιατί να υπάρχει τόση καθυστέρηση; Υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η 6μηνη προθεσμία για τους ανθρώπους για τους οποίους έκαναν δεκτό το αίτημα για οικογενειακή επανένωση; Εχει συμβεί κάτι τέτοιο; Γιατί δεν τους δίνεται άδεια διέλευσης να φύγουν μόνοι τους εφόσον το επιθυμούν; Πού σκαλώνει το πράγμα;

Με αυτές τις απορίες απευθυνθήκαμε στον Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος είναι ενήμερος για το θέμα ενώ εκεί μας διαβεβαίωσαν ότι μέχρι σήμερα δεν έχει χαθεί για κανέναν πρόσφυγα η προθεσμία, τηρείται σειρά προτεραιότητας ως προς το ποιοι φεύγουν, η ελληνική διοίκηση είναι επιφορτισμένη με τη γραφειοκρατική διαδικασία ταυτοποίησης κ.λπ. των προσφύγων που θα ταξιδέψουν προς την τελική χώρα προορισμού για να σμίξουν με την οικογένειά τους, ενώ βρίσκονται και οι ίδιοι στην αναζήτηση λύσης -αν υπάρχει- προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 2.400 άνθρωποι των οποίων τις αιτήσεις επανένωσης με την οικογένειά τους έχει αποδεχτεί η Γερμανία και είναι έτοιμοι να φύγουν, χωρίς να έχει λήξει το δικαίωμά τους, όπως μας πληροφορεί η Υπηρεσία Ασύλου. Και μπορεί να υπάρχει ο κίνδυνος να λήξει για κάποιους η προθεσμία, ωστόσο μας παραπέμπουν στις διαβεβαιώσεις του υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής της περασμένης εβδομάδας, ότι κανείς δεν θα χάσει το δικαίωμά του.

Οσο για τους λόγους που δεν φεύγουν με μια απλή άδεια διέλευσης; Δεν πρόκειται για τουρίστες ώστε να μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο, αλλά για αιτούντες άσυλο, και η συμφωνία του Δουβλίνου προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία, όπως είναι η συνοδευόμενη μεταφορά, γιατί το αίτημά τους θα εξεταστεί και θα κριθεί στη χώρα που θα τους υποδεχτεί και οι άνθρωποι δεν υπάγονται ακόμη στο καθεστώς του πρόσφυγα. Θα μπορούσε, λοιπόν, να πει κανείς ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται εγκλωβισμένοι στα γρανάζια των συμβάσεων.

«Ετσι ήταν πάντα», μας εξηγεί η Ελένη Πετράκη από την Υπηρεσία Ασύλου, «αλλά μέχρι να κλείσουν τα σύνορα οι άνθρωποι έφευγαν μόνοι τους και πήγαιναν αν βρουν τους δικούς τους και δεν χρειαζόταν να γίνει χρήση των κανόνων του Δουβλίνου. Από τότε που έκλεισαν όμως τα σύνορα, τα αιτήματα αυξήθηκαν κατακόρυφα -και το “πενταπλασιάστηκαν” λίγο είναι-, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος μετακίνησης πλέον και έχει δημιουργηθεί συνωστισμός».

Στα ερωτήματα γιατί δεν τους εξηγεί κανείς τον λόγο που δεν φεύγουν ή πότε αναμένεται να φύγουν ή έστω να καθησυχάσει τις ανησυχίες τους ότι μπορεί να χάσουν το δικαίωμά τους, η κ. Πετράκη μάς παραπέμπει στις δηλώσεις του υπουργού, ότι θα δοθεί παράταση κι ότι «υπάρχουν τεχνικές δυσκολίες», για τις οποίες όμως ο υπουργός ουδέποτε έδωσε διευκρίνιση περί τίνος πρόκειται...