Μαρξισμοί και αναρχισμοί. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Τα βιβλία που μιλούν, ευθέως ή πλαγίως, για τις σχέσεις μαρξισμού και αναρχισμού (όχι μόνο για την ιστορία: και για το παρόν αυτών των σχέσεων), μας αφορούν, γιατί θίγουν τρία ζητήματα γύρω από το «τι να κάνουμε» σήμερα: Καταρχάς, το ζήτημα του θεμελίου της πολιτικής στρατηγικής: πώς να «διαβάσουμε» την πολιτική συγκυρία στην Ελλάδα και διεθνώς, με ποιους και με ποιες να πάμε μαζί – και πώς να ιεραρχήσουμε τους αγώνες, αφού είναι αδύνατο να τους κάνουμε όλους ταυτόχρονα.

Δεύτερον, το ζήτημα της εμβέλειας: μέχρι πού είμαστε διατεθειμένοι/ες να πάμε; Αρκούν οι «μερικοί-τοπικοί» αγώνες ή το θέμα είναι μόνο οι «συνολικά» ανατρεπτικοί; Τρίτο και τελευταίο, το ζήτημα του χρόνου: έχει ακόμα αξία να διεκδικούμε αλλαγές που θέλουν χρόνο για να κερδηθούν και να ριζώσουν; Ή σχεδιάζουμε κυρίως στο τώρα, στον παρόντα χρόνο, εφ’ όσον τα «μακρόπνοα» σχέδια (από τις επαναστάσεις ως τις αριστερές κυβερνήσεις…) απέτυχαν;

Μαρξιστές και αναρχικοί μαζί σήμερα

Έχει αξία, λοιπόν, να επιστρέφουμε στη συζήτηση αυτή. Αν η «πράξη προηγείται της θεωρίας», μας υποχρεώνουν να το κάνουμε οι συνέργειες αναρχικών και μαρξιστών/τριών, που τα τελευταία πολλά χρόνια πληθαίνουν: αλληλεγγύη στους Ζαπατίστας, «αντιπαγκοσμιοποιητικό», ελληνικός Δεκέμβρης, αντιφασιστικό κίνημα, στήριξη των πολιτικών κρατούμενων, ΒΙΟΜΕ κ.ά.

Εμπνεόμενοι από τις συνέργειες αυτές, που φυσικά δεν περιορίζονται στην Ελλάδα1, μια σειρά συγγραφείς φωτίζουν τις «συγγένειες» αναρχικών και μαρξιστριών. Θυμίζουν ότι, όποτε τέθηκε στα σοβαρά το ζήτημα της κοινωνικής αλλαγής, αναρχικοί/ές και κομμουνιστές/τριες δούλεψαν μαζί. Είναι παραδειγματικό, εδώ, το βιβλίο τα Κόκκινα και τα Μαύρα αστέρια μας, των Γάλλων (μαρξιστών) Μικαέλ Λεβί και Ολιβιέ Μπεζανσενό. Αλλά στην ίδια υπόθεση συμβάλλουν, επίσης, ο Αναρχισμός στον Κομμουνισμό, του Φώτη Τερζάκη· το πιο «μεθοδολογικό» Φουκώ και Μαρξ, του Πιερ Μασερέ· με μια έννοια, η Βαρύτητα στο ή, του αναρχικού Κώστα Γουρνά, που κρατά την μαρξική αντίληψη των «κοινών συμφερόντων» του κινήματος. Και βέβαια τα πολιτικά βιβλία του αναρχικού Βικτόρ Σερζ που, μέχρι και το θάνατό του, δεν αποκήρυξε την επανάσταση των μπολσεβίκων, παρά τα όσα.

Η εκατοστή επέτειος της Οκτωβριανής Επανάστασης, ωστόσο, ήταν αφορμή να διακρίνει κανείς ένα δεύτερο «ρεύμα» εκδόσεων, που δεν βγαίνουν (πάντα) στην τύχη: Ο Μπολσεβίκικος μύθος, του Αλεξάντερ Μπέρκμαν, το συλλογικό Αναρχικοί και Μπολσεβίκοι, και τα δύο περσινά βιβλία του αναρχικού Βολίν, όπως ακριβώς η πρόσφατη συλλογή κειμένων του Ιταλού ιστορικού Τζαμπιέτρο «Νίκο» Μπέρτι, όλα βιβλία «πολεμικής», δείχνουν ότι παραμένει ισχυρή και μια διάθεση να συντηρηθεί η μνήμη που χωρίζει: η μνήμη της (αιματηρής) ιστορικής σύγκρουσης αναρχικών και μαρξιστών, τα εγκλήματα μέσα και έξω από εισαγωγικά.

Ιδίως το Μαρξισμός και αναρχισμός, του «Νίκο» Μπέρτι, συνοψίζει τους κοινούς τόπους της κλασικής αναρχικής κριτικής στους μαρξιστές – το παλιό αναρχικό «φαντασιακό Κομμούνα-Κρονστάνδη-Ισπανία». Έστω κι αν βλέπει τον μαρξισμό περίπου ως εκδοχή του σταλινισμού, αντί για το αντίθετο, αξίζει να το διαβάσουμε. Και να το κάνουμε παράλληλα με τη «χαρτογράφηση» των σημερινών αναρχικών ρευμάτων, που επιχειρεί ο Ισπανός Τομάς Ιμπάνιεθ στο Ο αναρχισμός σε κίνηση, σημειώνοντας θέματα για μια κριτική της αναρχικής κριτικής.

Μια (νεο)κλασική αναρχική κριτική: ο μαρξισμός ως «ολοκληρωτισμός»

Ο Μπέρτι, βιογράφος του Ερίκο Μαλατέστα, το θέτει χωρίς περιστροφές: «ο μαρξισμός και ο αναρχισμός είναι δύο προοπτικές απολύτως ασυμβίβαστες» (σ. 27). Ιστορικά, εξηγεί, «δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία και την πρακτική εφαρμογή της στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες» (σ. 18, η υπογράμμιση δική μας): η δικτατορία εφαρμόστηκε «σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες του μαρξισμού» (σ. 19). Ήταν οι μαρξιστές που «ξεκίνησαν μια διαδικασία διαχωρισμού του πολιτικού από τον οικονομικό-κοινωνικό αγώνα» (σ. 9). Και ήταν ο Λένιν που κατηγόρησε ελιτίστικα την εργατική τάξη ότι έχει μόνο οικονομική συνείδηση – ότι της λείπει η επιστημονική γνώση «μιας χούφτας ληστών» (σ. 16), φανατικά δογματικών και ψευδοσωτήρων (σ. 66).

Αυτοί οι τελευταίοι λοιπόν (για τους μπολσεβίκους ο λόγος) οργάνωσαν «το δικό τους σχεδιοποιημένο κράτος προκειμένου να πραγματώσουν τα προνόμιά τους» (σ. 14). Γι’ αυτό και, σύμφωνα με τον Μπέρτι, οι στρατηγικές διαφορές αναρχισμού και λενινισμού (που κατηγορείται ως «ολοκληρωτικός» - σ. 64), είναι «αβυσσαλέες» (σ. 55).

Η αναρχία, καταλήγει ο Μπέρτι, βρίσκεται «πέρα από τη Δεξιά και την Αριστερά» (σ. 35). Όχι μόνο για ό,τι συνέβη στις αρχές του 20ού αιώνα. Αλλά και γιατί σήμερα «η εργατική τάξη δεν έχει πλέον την πολιτική και κοινωνική κεντρικότητα που είχε είκοσι ή τριάντα χρόνια πριν […] εξαιτίας των κοινωνικών και τεχνολογικών μετασχηματισμών» (σ. 21).

Αν όμως η Ρωσική Επανάσταση ήταν η οργάνωση ενός κράτους ιδιοτελών, μένει ανεξήγητο γιατί την αναγνώρισαν ως επανάσταση (όχι ως πραξικόπημα!), και την υποστήριξαν στα πρώτα χρόνια της, αναρχικοί όπως η Γκόλντμαν, ο Μπέρκμαν, ο Κροπότκιν, ο Σερζ, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Αν πολιτικό και οικονομικό διαχωρίζονταν πράγματι στη θεωρία και την πρακτική των μαρξιστών, δεν εξηγείται η υποστήριξη αγροτικών στρωμάτων στο ’17 – ούτε, πολύ περισσότερο, η σημερινή «εμμονή» των μαρξιστών στις σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης μερίδων, στρωμάτων και κοινωνικών τάξεων. Κυρίως: αν οι Ρώσοι μαρξιστές «εφάρμοσαν» απλώς τον Μαρξ και τον Λένιν (ιδίως τον Λένιν του Κράτος και επανάσταση, που μιλά για το ασύμβατο κράτους και ελευθερίας…), τότε δεν εξηγείται γιατί εξοντώθηκε, πολιτικά και βιολογικά, η πρώτη γενιά των Ρώσων μαρξιστών επαναστατών από τους σταλινικούς. Όπως ανεξήγητη μένει και η άνοδος του αυταρχισμού στη Ρωσία (η εκτίναξη, λόγου χάρη, της Τσεκά), ακριβώς στα χρόνια της ξένης επέμβασης, της Λευκής Αντεπενάστασης και του επείγοντος να σταματήσει ο πόλεμος (κόντρα σε πολλά μη μαρξιστικά ρεύματα της Οκτωβριανής). Όσο για το «τέλος της (κεντρικότητας της) εργασίας», υπάρχει πάντα ένα λογικό παράδοξο: αυτοί που το υποστηρίζουν, αδυνατούν να επιχειρηματολογήσουν ανάλογα και για το τέλος της κεντρικότητας του κεφαλαίου.

Νέοι αναρχισμοί: η σημερινή έμπρακτη «κριτική» στον μαρξισμό

Πιο μετριοπαθής, και σαφώς λιγότερο «κλασικός», ο Τομάς Ιμπάνιεθ βλέπει επίσης την τεχνολογία και τις δικτυακές μορφές οργάνωσης της καπιταλιστικής κυριαρχίας ως βασικές αιτίες για την τωρινή αναβίωση του αναρχισμού. Ο νεοαναρχισμός, εξηγεί, είναι ένας και πολλοί μαζί: ένας αστερισμός που συνθέτουν ο πράσινος αναρχισμός, ο εξεγερτισμός, ο πρωτογονισμός, ο αναρχοφεμινισμός, το αναρχοπάνκ, ο αντισπισισμός, ο βιγκανισμός και ο ελευθεριακός κομμουνισμός. Εκεί, εξάλλου, που ο αναρχισμός συναντά τον μεταδομισμό, ιδίως τον Φουκώ (εκεί, λοιπόν, που υιοθετεί το τέλος των «οικουμενικών αληθειών» και τη θέση ότι η εξουσία είναι πια πολλαπλή και «τριχοειδής» – διεισδύει και διαμορφώνει κάθε όψη της καθημερινότητας), εκεί συζητάμε πια για έναν μετααναρχισμό.

Από τους μεγάλους μετασχηματισμούς στις μικρές οργανώσεις

Πολλαπλότητα και ρευστότητα: αυτά τα δύο χαρακτηριστικά μοιράζονται σήμερα ένας αναρχισμός «εκτός των τειχών» (όσες και όσοι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί/ές) και ένας νέος «ιστός» αναρχικών αγωνιστών. Μέχρι πού φτάνει ο αγώνας τους; «Η προοπτική ενός συνολικού μετασχηματισμού που θα γεννήσει μια νέα κοινωνία», γράφει ο Ιμπάνιεθ, «δεν αποτελεί πλέον σήμερα το στοιχείο εκείνο που προσδίδει δυναμισμό στους αγώνες». Γι’ αυτό και «η οικοδόμηση μεγάλων οργανώσεων με σταθερή δομή και καθορισμένο πεδίο δεν αποτελεί πλέον αίτημα των καιρών» (σ. 39). Επιμέρους ρεύματα, όπως ο εξεγερτισμός, δουλεύουν σε πολλαπλά επίπεδα: λιποταξία, σαμποτάζ, καταλήψεις, ορισμός προσωρινών και μόνιμων αυτόνομων ζωνών. Οι ανάγκες κάθε δράσης ορίζουν και το αναγκαίο μέγεθος των οργανώσεων.

Παροντισμός και πολιτική «της καθημερινότητας»

Αλλά γιατί προκύπτει ένα τέτοιο συμπέρασμα; Γιατί ο χρόνος όλων αυτών των (άμεσων) δράσεων σε κάθε περίπτωση είναι το παρόν – αντί της «εσχατολογίας» του παλιού αναρχισμού, που θεωρείται επίσης «ολοκληρωτικός». «Η έννοια της επανάστασης», λέει και πάλι ο Ιμπάνιεθ, «έχει επανακαθοριστεί σε βάθος σε μια οπτική εντελώς παροντιστική» (σ. 38). Η συλλογικότητα CrimethInc (ΗΠΑ), που ο ίδιος παραθέτει, το εξηγεί με απλά λόγια:

Η επανάστασή μας πρέπει να είναι άμεση και να αγγίζει την καθημερινότητά μας. Πάνω απ’ όλα, οφείλουμε να προσπαθούμε να τροποποιήσουμε το περιεχόμενο της ύπαρξής μας προς μια επαναστατική κατεύθυνση, και όχι να προσανατολίσουμε τον αγώνα μας προς μια ιστορική και καθολική αλλαγή την οποία δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δούμε όσο ζούμε.

Από τους πλειοψηφικούς αγώνες στις μη συνθέσιμες πολιτισμικές διαφορές; (Για την αναρχική πολιτική απαισιοδοξία)

Αυτό που παλιότερα θα λέγαμε «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων», οι περίφημοι «τεχνολογικοί μετασχηματισμοί», δεν είναι, για τον νέο αναρχισμό, η μόνη αιτία που εξηγεί την αναβίωσή του. Αιτία, επίσης, είναι η κρίση της νεωτερικότητας, που έχει εξαγγελθεί ήδη από τον Μεσοπόλεμο και, πιο εμφατικά, στις δεκαετίες ’60 και ‘70. Αυτή που είναι σε κρίση είναι η εποχή που εγκαινίασαν επαναστάσεις με το αίτημα της καθολικής κοινωνικής αλλαγής. «Ο αναρχισμός», γράφει αντίθετα ο Ιμπάνιεθ, «οφείλει να ποντάρει στον μετασχηματισμό του παρόντος (έναν μετασχηματισμό αναγκαστικά τοπικό και μερικό») και να κλείσει τα αυτιά του στις σειρήνες που τον θέλουν να αναλώνεται στη συνολική κοινωνική αλλαγή (σ. 44). Γιατί αυτή η τελευταία είναι μάταιη, εσχατολογική, ακόμα και ολοκληρωτική, το εξηγεί η «πολιτισμική διαφορετικότητα που χαρακτηρίζει τα πάνω από 7 δισεκατομμύρια ανθρώπων που υπάρχουν πάνω στη Γη». Αυτή κάνει «μάλλον απίθανο να θεωρήσουμε ότι οι αξίες μας και τα κοινωνικά μας μοντέλα θα κερδίσουν τις προτιμήσεις των πιο πολλών».

Η μοναδικότητα και η διαφορετικότητα: τα δύο αυτά «τοτέμ» της αναρχικής παράδοσης, γίνονται, έτσι, λόγοι που δεν επιτρέπουν την αισιοδοξία ότι μπορούμε να συνθέσουμε τόσες πολλές (πάνω από 7 δισεκατομμύρια!) μοναδικότητες. Ως εάν το θέμα να ήταν τα διαφορετικά άτομα – όχι οι σχέσεις που τα συνδυάζουν σε μεγάλες κλίμακες, ή οι συγκεντρωτικές εξουσίες που επιβάλλουν αυτούς τους συνδυασμούς.

Μαρξισμοί και αναρχισμοί: μια κριτική της κριτικής

Τι γίνεται, όμως, αν η προτεινόμενη δράση στο παρόν βρίσκει όριο σε μια κατάσταση πραγμάτων που εμποδίζει την καθολική αλλαγή – τον καπιταλισμό; Αυτή ήταν η εμπειρία των επαναστάσεων του εικοστού αιώνα: για να σταματήσουν τη φτώχεια και τον πόλεμο, υποχρεώθηκαν να θέσουν ζήτημα της (ανατροπής της) καπιταλιστικής πολιτικής εξουσίας. Όπως συμβαίνει με τους νέους αναρχισμούς από το ’68 και το «αντιπαγκοσμιοποιητικό» ή τα κινήματα Occupy, ο μαρξισμός χρωστά κι αυτός τη δυναμική του στους αγώνες και τις οργανώσεις που τον διεκδικούν έκτοτε. Με τη γνωστή διατύπωση του Λένιν: «απεργίες δεν έχουμε επειδή υπάρχουν μαρξιστές – αντίθετα, οι μαρξιστές εμφανίζονται ακριβώς εκεί όπου υπάρχουν απεργίες». Όπως δε και τα αναρχικά ρεύματα, έτσι και ο μαρξισμός είναι ένας και πολλοί μαζί.

Την προτεραιότητα που δίνουν στους αγώνες, την κληρονομούν καταρχάς από τη «διόρθωση» του Κομμουνιστικού Μανιφέστου από τον ίδιο τον Μαρξ: «Η Κοµµούνα ιδίως», γράφει εκείνος, «απέδειξε ότι δεν µπορεί η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιµη κρατική µηχανή και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς». Αυτή ακριβώς η προτεραιότητα στους αγώνες διαψεύδει και τις κατηγορίες περί «ελιτίστικου επιστημονισμού».

Περί επιστήμης και νόμων: μαρξιστικός «ελιτισμός» ή προτεραιότητα στην πολιτική και αντιοικονομισμός;

Η κατηγορία για τον ελιτισμό επιβεβαιώνεται, υποτίθεται, με βάση τον Λένιν του Τι να κάνουμε: η πολιτική συνείδηση της εργατικής τάξης έρχεται έξω από το χώρο της παραγωγής. Όμως, στο επίμαχο ο Λένιν απαντά στην Κόσκοβα και την εφημερίδα Rabochy Mysl που υπερασπίζονται για τη Ρωσία μια βαθμιαία κοινωνική αλλαγή, όπως ακριβώς ο Μπερνστάιν στη Γερμανία. Οι ίδιοι αρνούνται στο εργατικό κίνημα πολιτικό ρόλο στην ανατροπή του τσαρισμού: περιορίζουν τον ορίζοντά του στις οικονομικές διεκδικήσεις. Στη λογική τους, με τη γνωστή φράση, τα «μέσα» (το κίνημα) είναι τα πάντα – ο σκοπός τίποτα2. Αν όμως τα κινήματα των εργαζομένων μπορούν να παλεύουν μόνο για τον μισθό, τότε οι ίδιοι οι άνθρωποι της δουλειάς είναι ανίκανοι να καταλάβουν (και με τις δύο έννοιες του όρου) την πολιτική εξουσία. Κι εδώ πρόκειται για πραγματικά ελιτίστικη θέση.

Μήπως όμως και για τους μαρξιστές η πολιτική είναι υπόθεση όσων κατέχουν τα «μαρξιστικά» - που προβλέπουν, βάσει των «νόμων» της ιστορικής κίνησης, τις νομοτέλειες της κίνησης της κοινωνίας;

«Ο Μαρξ», γράφει ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, «δεν αναζητεί το ιδεώδες της ιστορικής προβλεψιμότητας. Το Κεφάλαιο δεν είναι η επιστήμη των νόμων της ιστορίας αλλά η ‘κριτική της πολιτικής οικονομίας’». Η θεωρία του Μαρξ δεν είναι ούτε «οικονομία» (είναι η κριτική της), ούτε κοινωνιολογία των τάξεων, ούτε και επιστήμη μιας καθολικής ιστορίας, που δήθεν κατευθύνεται προς έναν σκοπό, τον κομμουνισμό: είναι μια νέα γραφή της ιστορίας3. Ο μαρξισμός προκαλεί τις επιστήμες, γιατί αποδεικνύει τους δογματισμούς και τις ανεπάρκειές τους. Την ίδια στιγμή, ανανεώνεται στην επαφή του με αυτές: ο αναλυτικός μαρξισμός ενσωματώνει τη θεωρία των παιγνίων, η «σχολή Αλτουσέρ» την επιστημολογία του Κανγκιλέμ, ο Μπενσαΐντ διαβάζει τον Πασκάλ κ.ο.κ.

Οι «νόμοι» στη θεωρία του Μαρξ είναι τάσεις που περιλαμβάνουν επίσης τις τάσεις που τους αντιτίθενται. Ο Μαρξ αντιπαρατίθεται με τον Προυντόν: «Με όλες τις αμετάλλακτες αιωνιότητες (σ.σ.: των νόμων)», λέει, «δεν υπάρχει πλέον ιστορία», δηλαδή σύγκρουση. Το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι οι αγώνες, επιμένει και ο Γκράμσι: η ίδια η Ρωσική Επανάσταση ήταν μια επανάσταση ενάντια στη θέση του Μαρξ ότι το επαναστατικό ξέσπασμα θα προηγηθεί στη χώρα όπου έχουν αναπτυχθεί περισσότεροι οι παραγωγικές δυνάμεις.

Ας το θυμίσουμε: τόσο οι μπολσεβίκοι στη Ρωσία πριν από την επανάσταση, όσο και το ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα του Γκράμσι πριν από την Αντίσταση, ήταν κόμματα με εξαιρετικά περιορισμένη αριθμητικά οργανωτική βάση. Ό,τι εκτίναξε την πολιτική τους επιρροή, ήταν αφενός οι θέσεις τους για την εκάστοτε συγκυρία (οι «συγκεκριμένες αναλύσεις συγκεκριμένων καταστάσεων», του πολέμου και του φασισμού, στη βάση μιας θεωρίας)· και, αφετέρου, ο πρωταγωνιστικός ρόλος στα μεγάλα γεγονότα. Και στις δύο περιπτώσεις, λοιπόν: η πολιτική – σε πείσμα των γνωστών κατηγοριών για περιστολή των κοινωνικών διαφορών, οικονομικό αναγωγισμό και εξελικτισμό κ.ο.κ.

Και σήμερα;

Η μεταπολεμική κρίση του μαρξισμού –η αμηχανία μπροστά στο Άουσβιτς, που σημειώνει ο Έντζο Τραβέρσο4, η θλιβερή κρατικοποίηση του μαρξισμού-λενινισμού, η ενσωμάτωση του ευρωκομμουνισμού–, μια κρίση που διήρκεσε ως και την πτώση του Τείχους, έγινε ευκαιρία για να εμφανιστούν στο προσκήνιο «χίλιοι μαρξισμοί»5, όχι μόνο ακαδημαϊκοί, αλλά και συνδεδεμένοι με σημαντικούς αγώνες. Κι αν οι πολιτικές ήττες (όπως και οι ντροπιαστικές συνθηκολογήσεις) κομμάτων και οργανώσεων που επικαλέστηκαν τον Μαρξ σήμαναν πολλές φορές την υποχώρηση και τη δυσφήμηση κάθε εκδοχής μαρξισμού, από τα προβλήματα και τα αδιέξοδα δεν εξαιρείται το άλλο ιστορικό ρεύμα του εργατικού κινήματος και τα σύγχρονα σημεία αναφοράς του: η υποχώρηση του ’68 και του ιταλικού εργατισμού, η γρήγορη έκλειψη των κινημάτων Occupy, τα όρια του κινηματισμού στην Ελλάδα μετά το 2012, η στροφή των Ζαπατίστας στον πολιτικό αγώνα, η στρατηγική ήττα των οργανώσεων ένοπλης προπαγάνδας. Στο επίπεδο, τέλος, της θεωρίας, πολλές σύγχρονες θεωρητικές αναφορές του αναρχισμού είναι πολύ κοντινότερες στον μαρξισμό απ’ ό,τι συχνά νομίζεται6.

Η παγκόσμια κρίση, και μαζί τα υπαρκτά και δυνητικά πολιτικά «προϊόντα» της (η ανεργία και η εσωτερική υποτίμηση, οι φασισμοί και οι εθνοκρατικοί ανταγωνισμοί, οι σημερινές και οι ενδεχόμενες πολεμικές συρράξεις) κάνουν επίκαιρη την μαρξιστική παράδοση και κρίσιμες όψεις του λενινιστικού έργου (η προτεραιότητα του αγώνα ενάντια στο «δικό μας» κράτος και το «δικό μας» κεφάλαιο, η αυτονομία της πολιτικής οργάνωσης) – προφανώς υπό τον όρο ότι θα υπάρχουν αγώνες και οργανώσεις που θα την αξιοποιούν κριτικά στις νέες συνθήκες. Στη συγκυρία αυτή, που το «ταξικό» και το «εθνικό» ανακάμπτουν με ριζικό τρόπο, δεν μπορούμε να είμαστε γενικώς κινηματικές και αορίστως ριζοσπάστες· κι είναι σαφές ότι η δράση αποκλειστικά στο παρόν και την καθημερινότητα, όσο κι αν απαντά στο βίωμα των ανθρώπων της εργατικής τάξης, δεν αρκεί. Η μεγάλη πρόκληση είναι η γενίκευση των «συνεργειών» ανάμεσα στα δύο ρεύματα: από αυτήν θα προκύψουν, αν προκύψουν, πολιτικές μορφές και θεωρητικά σχήματα. Ας το θυμίσουμε: όποτε τέθηκε στα σοβαρά θέμα κοινωνικής αλλαγής, κάτι τέτοιο επιτεύχθηκε. Σήμερα πρέπει μάλλον να το ξαναπροσπαθήσουμε.

 

Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή (ούτε ακριβώς το ίδιο, ούτε τελείως άλλο) της εισήγησης στη συζήτηση με τίτλο «Μαρξισμός και αναρχισμός», που οργανώθηκε την Πέμπτη 8 Μαρτίου στο μπαρ Μανιφέστο, στη Θεσσαλονίκη, με ομιλητές τον Αλέξανδρο Κιουπκιολή και τον Δημοσθένη Παπαδάτο.

___________

Σημειώσεις

1 Μένω, εντελώς ενδεικτικά, στα γαλλικά συνδικάτα Sud Solidaires και στις κοινές κινητοποιήσεις κατά του καθεστώτος «έκτακτης ανάγκης» που επέβελε ο Ολάντ στη Γαλλία – κινητοποιήσεις που οργάνωσαν το τροτσκιστικό Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα, οι ελευθεριακές Αlternatives Libertaires και η κινηματική συνιστώσα «Ensemble» του Μετώπου της Αριστεράς.

2 Paul D'Amato, «The myth of Lenin's elitism», International Socialist Review, issue 60 [https://isreview.org/issue/60/myth-lenins-elitism]

3 Ντανιέλ Μπενσαΐντ, Ο Μαρξ της εποχής μας (μτφρ.: Γιάννης Καυκιάς), Τόπος 2013

4 Κατανοώντας τη ναζιστική γενοκτονία. Ο μαρξισμός μετά το Άουσβιτς (μτφρ.: Κώστας Δεσποινιάδης), Επέκεινα 2017.

5 A. Tosel, “The development of marxism: From the end of marxism-leninism to a thousand marxisms – France-Italy, 1975”, in Jacques Bidet and Stathis Kouvelakis (eds.), Critical Companion to Contemporary Marxism Series:Historical Materialism Book Series, Volume: 16, Brill 2007.

6  «Κυβερνώ ένα κράτος», γράφει ο Φουκώ στο Για την υπεράσπιση της κοινωνίας, «στο εξής θα σημαίνει θέτω σε λειτουργία την οικονομία, μια οικονομία στο επίπεδο ολόκληρου του κράτους, και συνεπώς προωθώ έναντι των κατοίκων, του πλούτου, της διαγωγής όλων και τους καθενός ξεχωριστά μια μορφή επιτήρησης και ελέγχου». Για τη θεωρητική συζήτηση γύρω από τους Μαρξ και Φουκώ, βλ. επίσης Δ. Παπαδάτος, «Μαρξ ή/και Φουκώ: η ‘οριακή’ συνάντηση δύο ανατόμων», Εκτός Γραμμής, 7.3.2017 [http://ektosgrammis.gr/website/marx-ikai-foyko-i-oriaki-synantisi-dyo-an....