Κύρος ηγεσίας; Του Χρήστου Λάσκου

Ένα από τα κύρια στοιχήματα του συστήματος στην Ελλάδα είναι η σταθεροποίηση της… σταθεροποίησης. Η σταθεροποίηση της «κανονικότητας», δηλαδή. Η δε ενίσχυση του δικομματισμού αποτελεί την πολιτική έκφραση αυτής της συστημικής επιδίωξης.

Ο προκύψας από την 7η Ιουλίου «νέος» δικομματισμός υπήρξε ήδη ευχής έργον. Η διαφύλαξή του ανήκει τώρα στα νέα καθήκοντα της νέας κατάστασης. Οι δύο «πόλοι» αποδεικνύονται, με όλες τις αναγκαίες και επιδεικτικές τζιριτζάντζουλες «αντιπαλότητας», ιδιαίτερα πρόθυμοι να υπηρετήσουν τις απαιτήσεις της «κανονικότητας», σε ό,τι τους αφορά. Είναι χαρακτηριστική, από αυτήν την άποψη, η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ για τη νέα ηγεσία του Αρείου Πάγου: αφού δηλώσει τον θαυμασμό του για την «αξία» της, θα «καταγγείλει» τη ΝΔ για έλλειψη συναίνεσης στη δική του επιλογή!
Ισχυρή προϋπόθεση για την οικοδόμηση του δικομματισμού είναι, βέβαια, η διάχυση της εντύπωσης πως στην κεφαλή του βρίσκονται ισχυροί «ηγέτες». 

Σε ό,τι αφορά το Μητσοτάκη είναι σκανδαλώδες το επικοινωνιακό πουσάρισμα. Τα κανάλια έχουν πραγματικά ξεφαντώσει! Γιατί, εκτός του καθήκοντος, είναι προφανές πως το απολαμβάνουν κιόλας. Τι όλος ο «επιχειρηματικός κόσμος» -παγκοσμίως- κρατάει την ανάσα του για τις πρωτοβουλίες του Κυριάκου, τι η Μέρκελ τον παρακολουθεί έκθαμβη, τι οι «μεταρρυθμίσεις» του είναι πραγματικά έργα τέχνης (ρεαλιστικής τεχνοτροπίας, βεβαίως), τι μιλάει τα Γαλλικά φαρσί (σαν περσικά, δηλαδή), τι δεν μας προέκυψε ποτέ τόσο Χάρβαρντ και Κολούμπια μαζί, αυτού και της ομάδας του…      

Για τον Τσίπρα, πουσάρισμα δεν χρειάζεται. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως έχει μια εξαιρετική ικανότητα να μεταστοιχειώνει τα φύκια σε μεταξωτά. Ακόμη κι όταν το αίσχος αυτής της πρακτικής είναι φανερό, δεν παύει να είναι αποτελεσματική –προς το παρόν, τουλάχιστον. Μαζί με το «έρχεται ο Κούλης» ή «νάτος ο Κούλης» συγκροτεί μια πολύ ισχυρή βάση καλών εκλογικών επιδόσεων –ιδίως με δεδομένο πως η ανταγωνιστική Αριστερά βρίσκεται ακόμη στην κατάσταση του «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν». 

Το εντυπωσιακό –πραγματικά, τώρα- με τον Τσίπρα είναι ο τρόπος, που αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον εαυτό του. Χαρακτηριστική είναι η παρλάτα του σχετικά με το θέμα της εκλογής προέδρου της «Προοδευτικής Συμμαχίας» (από τη «βάση»; Ή από την «κορυφή»;). Να τι είπε: «Σε ότι με αφορά δεν αισθάνομαι ότι χρειάζομαι καμία εκλογή για να αποκτήσω κύρος ηγεσίας. Έχουμε κερδίσει υπό την ηγεσία μου τρεις εκλογές, ένα δημοψήφισμα και στις εκλογές που χάσαμε, ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίστηκε από τον έναν στους τρεις ψηφοφόρους». Τι είπε; Ότι έχει «κύρος ηγεσίας» (!) κι έτσι δεν τον αφορά αυτή η συζήτηση, στο μέτρο που δεν έχει σχετικά σύνδρομα.

Αν κάτι δείχνει το συγκεκριμένο επεισόδιο είναι πολιτισμικού ενδιαφέροντος –άρα, πολύ ισχυρά πολιτικού. Ο Τσίπρας και μ’ αυτό, όπως και με πολλά άλλα, είναι μοναδική περίπτωση. Κανείς, μα κανείς, ανάμεσα σε όσους χρημάτισαν σε «υψηλές θέσεις» σε κόμματα της Αριστεράς στην Ελλάδα, από την ίδρυση του ΣΕΚΕ κι έπειτα, εκατό χρόνια τώρα, δεν ήταν τόσο απομακρυσμένος πολιτισμικά από τα διαχρονικά καλά στοιχεία της αριστερής συλλογικής παράδοσης. Κανείς, ούτε ο Ζαχαριάδης, νομίζω, δεν θα αναφέρονταν σε προσωπικό «κύρος ηγεσίας». Όχι μόνο γιατί πρόκειται για γελοία διατύπωση, όπως ο κάθε εγγράμματος μπορεί να αντιληφθεί. Αλλά γιατί είναι πολιτισμικά ξένο με την παράδοση της Αριστεράς. Ακόμη και ο αυταρχικότερος των «ηγετών» δεν θα διανοούταν να αποστεί, στα λόγια, από τις συλλογικές διατυπώσεις. Θα επρόκειτο για πολιτισμικό έγκλημα καθοσιώσεως. 

Αν για το σύστημα είναι προϋπόθεση η στερέωση του «νέου» δικομματισμού, υποχρέωση της ανταγωνιστικής Αριστεράς και των κινημάτων είναι η αποδιάρθρωσή του. Αν για το σύστημα το «κύρος ηγεσίας» των επικεφαλής προσώπων είναι εκ των ων ουκ άνευ όρος, για την ανταγωνιστική Αριστερά και τα κινήματα, η αποδόμησή τους έχει ιδιαίτερη αξία. Τα συγκεκριμένα πρόσωπα, με διαφορετικό τρόπο, δίνουν πολλές λαβές –όχι μόνο για αποδόμηση, αλλά για γελοιοποίηση.