«Κρίση υποδοχής στην Ελλάδα»

«Κάθε μέρα, το μόνο που κάνω είναι να κάθομαι έξω από το καμπ, εισπνέοντας τη μυρωδιά του πετρελαίου, και να κλαίω. Σκέφτομαι το παρελθόν. Εξι χρόνια πόλεμος. Σκέφτομαι πού βρισκόμαστε τώρα, χωρίς να έχουμε ούτε την υγεία μας. Αναρωτιέμαι αν θα έχουμε ποτέ μας μέλλον».

Γράφει ο Δημήτρης Αγγελίδης για την Εφημερίδα των Συντακτών

Το καμπ της Ελευσίνας βρίσκεται σε απομακρυσμένη περιοχή, ανάμεσα στα διυλιστήρια πετρελαίου. Εκλεισε τον Οκτώβριο του 2017 και άνοιξε ξανά τον Απρίλιο, όταν φάνηκε ότι οι δομές της ενδοχώρας δεν ήταν αρκετές για να υποδεχτούν τους ευάλωτους πρόσφυγες από τα νησιά, τη στιγμή που αυξανόταν η ροή των προσφύγων από το Αιγαίο και από τον Εβρο.

Είναι μια δομή φτιαγμένη για προσωρινή φιλοξενία, αλλά μερικοί από τους περισσότερους από 250 φιλοξενούμενους πρόσφυγες, κυρίως Σύροι και Κούρδοι του Ιράκ, παρέμεναν εκεί 3-4 μήνες μετά την άφιξή τους, όταν τους επισκέφτηκε το κλιμάκιο της οργάνωσης «Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο».

Η οργάνωση δημοσιοποίησε, χθες, την έκθεσή της για τις συνθήκες φιλοξενίας σε τέσσερα καμπ της Αττικής, του Ελαιώνα, της Ελευσίνας, της Μαλακάσας και των Οινόφυτων. Ο τίτλος εύγλωττος: «Κρίση υποδοχής στην Ελλάδα: τα κακοφορμισμένα καμπ φιλοξενίας της Αττικής».

Η έκθεση αναδεικνύει τον σισύφειο χαρακτήρα της υποδοχής προσφύγων, τη στιγμή που κλείνουν η μία μετά την άλλη οι οδοί μετακίνησης των προσφύγων προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες«Η κατάσταση θυμίζει το 2015-2016, όταν δημιουργήθηκαν τα καμπ της ενδοχώρας για να ανταποκριθούν στην προσφυγική κρίση των νησιών και στο κλείσιμο της βαλκανικής οδού», διαπιστώνει η οργάνωση.

Τα καμπ αρχίζουν να ξεχειλίζουν και πάλι και η προσπάθεια για βελτίωση αρχίζει από την αρχή.

Στο καμπ της Ελευσίνας μπήκε, για παράδειγμα, κλιματισμός, αλλά η απομακρυσμένη τοποθεσία σε συνδυασμό με την έλλειψη επαρκούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και υποδομής, με τον χώρο του παλιού στρατοπέδου να χωρίζεται σε αυτοσχέδια δωμάτια με κουβέρτες-παραβάν, επιτείνουν την αίσθηση της εγκατάλειψης. Η ανασφάλεια βασιλεύει.

Η γυναίκα που περνά τις μέρες της έξω από το καμπ, εισπνέοντας τη βαριά μυρωδιά του πετρελαίου, είναι 40 ετών, από το Κομπάνι. Είναι άρρωστη εκ γενετής.

Ο σύζυγός της είναι κι αυτός άρρωστος. Το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά τους τραυματίστηκε σε έκρηξη βόμβας στο Κομπάνι, έχει θραύσματα στο κεφάλι και κατά καιρούς παραλύει στο μισό του σώμα.

«Χρειάζεται θεραπεία, αλλά τα ραντεβού με τον γιατρό καθυστερούν και ζούμε μακριά από τα νοσοκομεία, δεν ξέρουμε πώς να πάμε, ούτε πώς να συνεννοηθούμε με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς... η κατάστασή του χειροτερεύει μέρα με τη μέρα», λέει στην οργάνωση η μητέρα.

Η έκθεση διαπιστώνει, επίσης, οργανωτικά και διοικητικά προβλήματα, καθώς, τα προηγούμενα χρόνια, η κρατική μηχανή αντιμετώπιζε τη διαχείριση του προσφυγικού σαν μια παρατεινόμενη έκτακτη κατάσταση.

Από τα 26 καμπ της ενδοχώρας, μόνο τρία έχουν νομική μορφή, του Ελαιώνα, του Σχιστού και των Διαβατών. Τα περισσότερα λειτουργούν χωρίς επίσημη διοίκηση, απλώς με διοικητική υποστήριξη διεθνών οργανισμών και οργανώσεων.

«Οι αφίξεις ανθρώπων που φεύγουν από περιοχές πολέμου και συγκρούσεων αποτελεί μέρος της σημερινής παγκόσμιας πραγματικότητας και δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ξανά και ξανά σαν “έκτακτη ανάγκη”, “κρίση”, ή, ακόμα χειρότερα, σαν “πρόβλημα ασφάλειας”, “απειλή” ή “κίνδυνος”. Με αυτή την έννοια, η πρόσφατη ανακοίνωση για αύξηση της συνεργασίας Γερμανίας και Ελλάδας στον τομέα των επιστροφών, μέσω της διαδικασίας του κανονισμού του Δουβλίνου, φαίνεται ότι δεν παίρνει υπόψη το γεγονός ότι το σύστημα υποδοχής της Ελλάδας πάσχει από συστημικές και διαρκείς ελλείψεις, που έχουν επιπτώσεις σε πολλούς ευάλωτους πρόσφυγες και ανθρώπους που ζητούν άσυλο», υπογραμμίζει η οργάνωση.