Κόρμπιν: Όχι απλώς ηθική έκκληση. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Ό,τι συμβαίνει αυτές τις μέρες στη Βρετανία (συμβαίνει: είμαστε ακόμα στην αρχή), είναι λόγος για να χαίρεται και ο πλέον επιφυλακτικός απέναντι στην εκλογική πολιτική. Τα μαθήματα ότι η αριστερή ψήφος επιδρά ελάχιστα (και μάλιστα χωρίς κινήματα, να εγγυώνται πως η επόμενη μέρα δεν θά ‘ναι τουλάχιστον προβλέψιμη) είναι πρόσφατα και επώδυνα· για λόγους, όμως, που αξίζει να τονιστούν, το αποτέλεσμα των Εργατικών φαίνεται η πρώτη πράξη μιας θαυμάσιας αναταραχής. Καθόλου, πάει να πει αυτό, «μια από τα ίδια».

Το πρώτο ασφαλές τεκμήριο είναι οι αντιδράσεις των αντιπάλων. Παρά  την τάση να μένουν στη στιγμή και στα πρόσωπα («το χαμένο στοίχημα της Μέι», «η Μέι αυτοκτόνησε» κ.ο.κ.), τα Μέσα του κυρίαρχου ρεύματος υποχρεώνονται να δουν λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια: Ο «συστημικός» Economist βλέπει την 8η Ιουνίου ως τη «μέρα που τέλειωσε στ’ αλήθεια η εποχή Μπλερ», για το Foreign Affairs η Βρετανία «μπαίνει σε μια εποχή όπου η πολιτική θα παίζεται με όρους Αριστεράς-Δεξιάς – κι αυτό θα έχει επιπτώσεις για την υπόλοιπη Ευρώπη και τον κόσμο». Καταγράφοντας δε αντιδράσεις αναλυτών από τη σκοπιά των αγορών, το διαδικτυακό Marketwatch υιοθετεί την κοινή επωδό τους: «πολιτική αβεβαιότητα – το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα».

Είναι καλά νέα το αποτέλεσμα των Εργατικών – και πρώτα απ’ όλα το τέλος των «μετριοπαθών», δηλαδή των μπλερικών Εργατικών. Μια ήττα, μάλιστα, που σφραγίζεται με εκλογικούς όρους, στη γλώσσα δηλαδή που οι ίδιοι καταλαβαίνουν καλύτερα.

Θα έφτανε να το εξηγήσει κανείς και μόνο με βάση το πρώτο δείγμα γραφής της «κεντρώας μετριοπάθειάς» τους: τη στήριξη στις κυβερνήσεις Κλίντον και Μπους, στα χρόνια των βομβών απεμπλουτισμένου ουρανίου σε Γιουγκοσλαβία και Ιράκ. Επρόκειτο για ένα μόνο από τα τεκμήρια συνέχειας της βρετανικής παράδοσης, σύμφωνα με την οποία η διεθνής θέση της χώρας αφήνει διαχρονικά ίχνος στην πολιτική του Εργατικού Κόμματος – ακυρώνοντας και τον πιο ισχνό οικονομικό μεταρρυθμισμό του, και αντίθετα, καθιερώνοντάς το στη θέση της αριστεράς του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.

Όμως ο Τρίτος Δρόμος του Μπλερ και των επιγόνων ήταν πολλά περισσότερα. Ήταν οι ατέλειωτες συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα, προς όφελος συστηματικά του δεύτερου. Ήταν οι συμβάσεις εργασίας «zero hours», για την πλήρη διαθεσιμότητα των εργαζομένων, χωρίς χρονικούς περιορισμούς. Ήταν οι υπόγειες σχέσεις με το καθεστώς Καντάφι. Μια συνταγή που πρόσφερε υλικό για βιβλία στον Τζόναθαν Κόου, ψηφοφόρο του κόμματος το 1997 – έναν από όσους είχαν το θάρρος να πάρουν δημόσια αποστάσεις. Και βεβαίως, μια συνταγή προς εξαγωγή για ολόκληρη την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία. Αυτήν αντέγραψαν και αντιγράφουν ακόμα οι «δικοί μας» εκσυγχρονιστές. Εύλογα, λοιπόν, από προχθές μοιράζονται τη γεύση της ήττας μαζί με τους αντιπάλους του Κόρμπιν.

Ο ρεαλισμός αυτής της κεντρώας, σοσιαλφιλελεύθερης συνταγής, ήταν πρωτίστως εκλογικός: Αν νίκη για το βρετανικό εκλογικό σύστημα  είναι η απόλυτη πλειοψηφία επί των 650 εδρών, η νίκη προϋπέθετε λογικά ευρύτατες διαταξικές συνεργασίες και πολιτικές συμπράξεις κορυφής – άρα  περνούσε από αντικειμενικά «κεντρώες» προγραμματικές θέσεις: αυτό ήταν το αυτονόητο για κάθε πολιτική δύναμη στην Ευρώπη αριστερότερα της Δεξιάς – αν τουλάχιστον ήθελε να παίξει σοβαρό ρόλο στα πράγματα. Αυτό ακριβώς, όμως, φαίνεται να τελειώνει με τον «παλαιομαρξιστή, εκκεντρικό, και γι’ αυτό μη εκλόγιμο» Κόρμπιν. Όπως το λέει ο Ρίτσαρντ Σέιμουρ (στο «Κόρμπιν: η παράδοξη αναγέννηση της ριζοσπαστικής πολιτικής»), δεν πρόκειται για αποτέλεσμα μιας ηθικής έκκλησης, αλλά για μια συνειδητή πολιτική στρατηγική. Γι’ αυτό και η προσωποποίηση του αποτελέσματος δεν πείθει πια ούτε τους δημοσιογράφους που την επιχειρούν.

Αρκεί άραγε η ήττα των δεξιών της Αριστεράς για να θεωρούμε νίκη το προχθεσινό αποτέλεσμα των Εργατικών; Γιατί να μη σημαίνει απλά ότι οι πιο άφθαρτοι από τους Εργατικούς, ως οι πιο «νομιμοποιημένοι» σήμερα, προαλείφονται για συνεχιστές μιας πολιτικής που δεν μπορεί να συνεχιστεί με το ίδιο πολιτικό προσωπικό, μετά και το περσινό δημοψήφισμα;

Η συζήτηση αυτή έχει ανοίξει μέσα στην Αριστερά, και μάλιστα ήδη πριν από το Brexit.

Σ’ ένα ωραίο σημείωμα για την οικονομική πολιτική του Κόρμπιν, από τον Σεπτέμβρη κιόλας του 2015, ο μαρξιστής οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς έγραφε πως, για τριάντα και πλέον χρόνια, οι Εργατικοί πατούσαν σταθερά στη βάρκα του κεφαλαίου: αν όμως τα «Corby-nomics» εγκαταλείπουν τώρα φανερά τη βάρκα αυτή, εξαγριώνοντας το κεφάλαιο, το κάνουν ωστόσο με τόση μετριοπάθεια, που το πρόγραμμα μιας πιθανής δικής τους κυβέρνησης θα ήταν ανεπαρκές για να κινητοποιήσει την εργατική τάξη. «Τίποτα δεν είναι χειρότερο σε μια κρίση», κατέληγε ο Ρόμπερτς, «από το να βρεθεί να πατά κανείς ανάμεσα σε δύο βάρκες».

Από αυτήν ακριβώς όμως τη σκοπιά, η επικοινωνία του Κόρμπιν με τη συγκρουσιακή λαϊκή δυναμική του περσινού δημοψηφίσματος είναι το αισιόδοξο για το κοντινό μέλλον: έστω και με τις καλύτερες των προθέσεων, χωρίς την κινητοποίηση των «πολλών», ούτε ο πήχυς των Εργατικών μπορεί να πάει ψηλότερα, ούτε οι εγγυήσεις, έστω για το μετριοπαθές πρόγραμμα του Κόρμπιν, υπάρχουν.

Δείχνοντας λοιπόν ότι η αριστερή πολιτική είναι η τέχνη του αναγκαίου, μια τέχνη πιο κοντά σε αυτήν της ύφανσης, ο Κόρμπιν μπόρεσε να συνυφάνει τις φαινομενικά αγεφύρωτες διαφορές των δύο «στρατοπέδων» του δημοψηφίσματος: Εκεί που οι μέινστριμ αναλύσεις έβλεπαν στο δημοψήφισμα ένα ηλικιακό χάσμα (η νεολαία Bremain, οι μεγαλύτερες ηλικίες Brexit), οι Εργατικοί, αν και στήριξαν επίσημα το Bremain, συνέχισαν τη δημοκρατική επανάσταση του Brexit, στη βάση (όχι του ΕΕ-αντιΕΕ, αλλά) της κοινωνικής ατζέντας. Μίλησαν για κατάργηση των διδάκτρων στους φοιτητές, βεβαίωσαν ότι οι ηλικιωμένοι θα συνεχίσουν να παίρνουν επίδομα θέρμανσης και υποσχέθηκαν την ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας – όχι με απελάσεις, αλλά μέσω της φορολόγησης των πλουσίων.

Βάζοντας μπροστά ένα πρόγραμμα, και όχι απλώς την άσπρη γενειάδα του, ο Κόρμπιν έφερε στις κάλπες περισσότερους απ’ όσους ο εκσυγχρονιστής Μπλερ, το 1997.

Έβγαλε το νεαρόκοσμο από τη μόδα των Φιλελεύθερων, που νωρίτερα είχαν συγκυβερνήσει με τους Συντηρητικούς, διαψεύδοντας τις προσδοκίες ενός «μεταϋλιστικού» φιλοευρωπαϊκού νεανικού κοινό. Περιόρισε το προβάδισμα των Συντηρητικών στους άνω των 65 – και μάλιστα σε μια περίοδο που κυριαρχεί η ατζέντα της ασφάλειας. Συνεργάστηκε σε τοπικό επίπεδο με τους Οικολόγους, το Κόμμα για τη Γυναικεία Ισότητα και το National Health Action Party. Με βάση, λοιπόν, πρόγραμμα και πολιτική συμμαχιών, ροκάνισε σημαντικά την Ακροδεξιά του Φάρατζ – προς διάψευση όσων έβλεπαν τον εκφασισμό της Βρετανίας μετά το δημοψήφισμα. Και προς επίρρωση της θέσης ότι μόνο μια Αριστερά άξια του όνοματός της μπορεί να αντιμετωπίσει την Ακροδεξιά.

Οι αναλυτές ας μιλούν ακόμα για «ηλικιακό χάσμα»: ό,τι επέτρεψε στους Εργατικούς να αμφισβητήσουν τα κριτήρια εκλογιμότητας των εταιρειών δημοσκοπήσεων, ήταν το κοινωνικό.

***

Στα 1944, ο Αυστριακός-Βρετανός Φρίντριχ Χάγεκ, μέντορας της Μάργκαρετ Θάτσερ, έγραφε ότι «οι σοσιαλιστές και η σχεδιοκρατία στην οικονομία ετοιμάζουν το μέλλον του ολοκληρωτισμού». Αλλά για να αποκρουστεί ένα μετριοπαθές οικονομικό πρόγραμμα σαν αυτό του σοσιαλιστή Κόρμπιν, οι Συντηρητικοί θα συγκυβερνήσουν με τους παρακρατικούς Ιρλανδούς Ενωτικούς. Αντίστοιχα, οι σχέσεις του Κόρμπιν με τον IRA και η στήριξη των βρετανών τροτσκιστών θα είναι για καιρό το επιχείρημα του ηττημένου βρετανικού Ακραίου Κέντρου απέναντι στον «εξτρεμιστή» της Αριστεράς. Ό,τι και να συμβεί, ο Κόρμπιν έχει θέσει τους όρους μιας νέας ηγεμονίας των Εργατικών – εγχείρημα που, όπως έλεγε ο Γκράμσι, μπορεί και πρέπει να ξεκινήσει πριν από την ανάληψη της εξουσίας. Εγγυήσεις από πριν δεν υπάρχουν φυσικά για τίποτα – κι ακόμα περισσότερο όταν μιλάμε για πολιτική αλλαγή στην πέμπτη ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία στον κόσμο. Όμως η επιστροφή της ταξικής πολιτικής είναι κάτι που σήμερα ανησυχεί τους αντιπάλους του Κόρμπιν. Μάλλον, λοιπόν, ένα πολύ καλό νέο για εμάς.