Κόμμα και «κυβερνώσα αριστερά». Του Χρήστου Λάσκου

Μεγάλη συζήτηση γίνεται το τελευταίο διάστημα, στο πλαίσιο της «κυβερνώσας αριστεράς», αναφορικά με το ζήτημα του κόμματος, του «υποκειμένου», σε μια περισσότερο γραφική διατύπωση. 

Διευκρινίζω, εξαρχής, το προφανές, το γεγονός, δηλαδή, πως ο ακκισμός των δικών μας κυβερνώντων για μόνο το λόγο πως είναι κυβερνώντες δεν είναι παρά ένα ακόμη στοιχείο της φρικτής φάρσας, της οποίας είμαστε θύματα. Θέλω να πω, η χρήση της ιδέας της «κυβερνώσας αριστεράς» δεν κάνει άλλο παρά να υπογραμμίζει πως η άλλη, η μη-κυβερνώσα, δεν είναι παρά υπολειμματική κατηγορία, δειλή, μη-χρήσιμη, της ανούσιας «διαμαρτυρίας», οπισθοδρομική, out of date. Έτσι νομίζουν οι της κυβερνώσας, ξεχνώντας πως η κυβερνώσα, εδώ και 120 χρόνια, από τον αλήστου μνήμης Μιτεράν κι έπειτα, ποτέ σχεδόν δεν υπήρξε αριστερά, διαμορφώνοντας την ισχυρή αίσθηση πως «κυβερνώσα» και «αριστερά» είναι αντιφατικά πράγματα κι επικίνδυνα. Πρόκειται για αντίφαση εν τοις όροις και βέβαιη καταστροφή. Γιατί, όπως ήδη ήξερε η Λούξεμπουργκ, όταν η έμφαση δίνεται στο «κυβερνώσα» η «αριστερά» κάνει πανιά.  

Ας έρθω, όμως, στο κυρίως θέμα, την εμμονή με το ζήτημα του κόμματος. Η τελευταία έκφανση υπήρξε το άρθρο του θεωρητικού της κυβέρνησης Κώστα Δουζίνα, στα τελευταία «Ενθέματα». Δεν βοηθάει, ωστόσο, η ενασχόληση μαζί του γιατί είναι εξαιρετικά επιφανειακό –σαν να γράφτηκε από υποχρέωση. Πράγμα που δεν ισχύει για κάποιες άλλες συμβολές στη σχετική συζήτηση, οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα να καταλάβουμε πολλά, τόσα που σχεδόν δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. Γι’ αυτό και θα παραθέσω εκτεταμένα αποσπάσματα, από τη συζήτηση στο εσωτερικό του κόμματος (;) της «κυβερνώσας αριστεράς», που «μιλούν από μόνα τους».

Γράφει, λοιπόν, ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος, στο ειδικό αφιέρωμα των «Ενθεμάτων» (2 Απριλίου 2018):  
«Ένα κόμμα [ο ΣΥΡΙΖΑ, εννοεί] που θέλει να είναι κόμμα των μελών του κάνει όλο και πιο ευδιάκριτα βήματα προς τη μετατροπή του σε αρχηγικό κόμμα. Ένα κόμμα που διεκδικεί αποφασιστικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας κάνει όλο και πιο αποφασιστικές αναδιπλώσεις σε ρόλους υποστηρικτικούς και συμπληρωματικούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, το κόμμα δε λειτούργησε με τη δικαιολογία (από την πλευρά της ηγεσίας) ότι αφενός δεν υπήρχε χρόνος λόγω έκτακτων συνθηκών και αφετέρου η διάσταση μεταξύ κόμματος και κυβέρνησης θα τορπίλιζε τις προσπάθειες της ελληνικής πλευράς. Αυτή είναι η γενικότερη δικαιολογία.

Προσωπικά συμμερίζομαι τις εν λόγω αιτιάσεις (sic, Χ.Λ.). Ωστόσο, ανακύπτουν ορισμένες απορίες. Πότε πρέπει να παρέμβει το κόμμα, αν όχι στις κρίσιμες καταστάσεις; Στα δευτερεύοντα ζητήματα; Πότε θα πάψουν να είναι οι συνθήκες έκτακτες, δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε κρίση και μετάβαση; Ποτέ; Αφήνω δε ασχολίαστη την έξη κάθε ηγεσίας να ισχυρίζεται ότι οι συνθήκες είναι έκτακτες και δεν υπάρχει χρόνος, προκειμένου να αποφασίζει χωρίς δημοκρατική διαβούλευση. Μένω απλώς στο προφανές: εάν ισχυριστούμε όσα οι ηγεσίες συνηθίζουν να ισχυρίζονται για το χρόνο και τις συνθήκες, δεν μένει πρακτικά κανένας σημαντικός ρόλος για το κόμμα, ούτε τώρα ούτε ποτέ. Όταν η ηγεσία δεν αλλάζει τις αποφάσεις της ακόμα και όταν τα μέλη της το υποδεικνύουν, αλλά τα μέλη οφείλουν να αλλάζουν τις αποφάσεις τους, όταν τους το υποδεικνύει η ηγεσία (γιατί δεν κατάλαβαν), τότε το κόμμα λέγεται «αρχηγικό», όχι «κόμμα μελών». Και δεν προσελκύει μέλη, αλλά κλακαδόρους του αρχηγού». 

Μπράβο! Εξαιρετικό! Άρα;

Από το ίδιο αφιέρωμα, να τι λέει, σε ένα πραγματικά ενδιαφέρον άρθρο, ο Ευθύμης Παπαβλασόπουλος: 
«Τα συμπτώματα της καρτελοποίησης είναι εμφανή στα περισσότερα κόμματα της Αριστεράς: μετατοπίζουν τη βάση της νομιμοποίησής τους από την κοινωνία στο κράτος και συμμετέχουν ενεργά στην κατασκευή της διακομματικής συναίνεσης στο εσωτερικό του συστήματος. Συγκλίνουν προγραμματικά με τα αστικά κόμματα και οργανώνουν την εκλογική τους τακτική στη βάση του διαχειριστικού και ηθικού τους πλεονεκτήματος («στις 20 Σεπτέμβρη ψηφίζουμε πρωθυπουργό»). Ενδιαφέρονται σχεδόν αποκλειστικά για την ενίσχυση της θέσης τους στον κρατικό μηχανισμό και την προνομιακή τους πρόσβαση στους δημόσιους πόρους.
Στη συνάφεια αυτή, ανεξάρτητα από τις καταστατικές διακηρύξεις τους, ανασυγκροτούνται οργανωτικά ως χαλαρά πλέγματα αποδιαρθρωμένων και αυτοαναφορικών δικτύων, που διαγκωνίζονται για τον έλεγχο και τη νομή των πολιτικών πόρων. Ο εκδημοκρατισμός της συμμετοχής που ευαγγελίστηκαν εκφυλίζεται σ’ ένα ανεστραμμένο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό: οι συλλογικότητες, τα μέλη και τα στελέχη μπορούν ελεύθερα να διατυπώνουν τη γνώμη και να αναπτύσσουν τη δράση τους εκτός των κομματικών γραμμών, είναι όμως αποκλεισμένα από τον πυρήνα της κομματικής πολιτικής. Οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται από τις υπεύθυνες ηγεσίες πίσω από κλειστές πόρτες, ερήμην ή/και αντίθετα με τη βούληση της κοινωνικής βάσης. Ο τρόπος που το «κόμμα ΣΥΡΙΖΑ» διαχειρίστηκε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι το ευκρινέστερο σύμπτωμα αυτού του «δημοκρατικού παράδοξου», που με οξυδέρκεια ανέλυσε ο Peter Mair ανατέμνοντας το παράδειγμα των Νέων Εργατικών».

Ακριβώς! Το «κόμμα ΣΥΡΙΖΑ» είναι κρατικοποιημένο απολύτως και, εξ αυτού, καρτελοποιημένο. Αν είναι έτσι, όμως, προφανώς και «δεν υπάρχει επιστροφή», πράγμα που κάνει τη συζήτηση σχεδόν γκροτέσκα –τρομακτική και γελοία, ταυτόχρονα. Και αδιέξοδη, επομένως, για όσους γνησίως «περισκέπτονται» εντός της κυβερνώσας.
Ας αφήσω, όμως, τους πολιτικούς επιστήμονες και ας πάω σε μια πραγματικά εμβληματική φυσιογνωμία της αριστεράς, στον Χαράλαμπο Γεωργούλα. Τα κείμενά του για δεκαετίες υπήρξαν πολύτιμη τροφή για σκέψη για γενιές ολόκληρες αριστερών ανθρώπων. Γι’ αυτό και βρίσκω πως τον αδικεί η προσπάθεια να υπερασπιστεί «πράγματα και θαύματα». Σημείωνε πριν από μερικές εβδομάδες στην «Εποχή»:  

 «Υπάρχουν πολλοί και καλοί σύντροφοι που εκτιμούν ότι αυτό που ξεκίνησε το 1968 (ίσως και νωρίτερα), το βλέπουμε εδώ και μερικά χρόνια να παίρνει σάρκα και οστά στον ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια είναι ότι πολλές από εκείνες τις ιδέες έχουν συμβάλει στη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ιδέες της συσπείρωσης δυνάμεων, της σύνθεσης διαφορετικών απόψεων, της διεκδίκησης κυβερνητικής ευθύνης, της αναζήτησης συμμαχιών, στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο κι άλλες που ξεχνώ αυτή τη στιγμή λόγω γήρατος… Υπάρχουν κι άλλες, όμως, που λείπουν, απουσιάζουν αισθητά: η ιδέα της οικοδόμησης κόμματος με ισχυρές κοινωνικές ρίζες, της ανάπτυξης οργανώσεων που νιώθουν την απόλυτη ευθύνη να είναι «κόμμα στο χώρο τους», της ουσιαστικής δημοκρατικής λειτουργίας που προϋποθέτει ουσιαστική πολιτική λειτουργία και εθισμό στην ανάληψη συγκεκριμένων καθηκόντων από κάθε μέλος, και, προπάντων, η ιδέα της ιδεολογικής και πνευματικής καλλιέργειας των μελών αλλά και των επιρροών του κόμματος, που αποτελεί τον ισχυρό κρίκο, ο οποίος κρατάει σταθερά δεμένη την τρέχουσα πολιτική και κάθε τακτική επιλογή με το στρατηγικό στόχο, την οικοδόμηση μιας κοινωνίας στον αντίποδα της σημερινής νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής, με ελευθερία, δημοκρατία, αλληλεγγύη».

Δείτε προσεκτικά. Όσα σημειώνει πως επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι πράγματα που μοιράζονται το σύνολο των κομμάτων, στην προσπάθειά τους να δράσουν –δεν αφορούν καθόλου ειδικά ένα κόμμα της αριστεράς. Αναγκάζεται, όμως, να τα επικαλεστεί στο μέτρο που όλα τα υπόλοιπα –αυτά, δηλαδή, που αφορούν την αριστερά (η ιδέα της οικοδόμησης κόμματος με ισχυρές κοινωνικές ρίζες, της ανάπτυξης οργανώσεων που νιώθουν την απόλυτη ευθύνη να είναι «κόμμα στο χώρο τους», της ουσιαστικής δημοκρατικής λειτουργίας που προϋποθέτει ουσιαστική πολιτική λειτουργία και εθισμό στην ανάληψη συγκεκριμένων καθηκόντων από κάθε μέλος, και, προπάντων, η ιδέα της ιδεολογικής και πνευματικής καλλιέργειας των μελών αλλά και των επιρροών του κόμματος, που αποτελεί τον ισχυρό κρίκο, ο οποίος κρατάει σταθερά δεμένη την τρέχουσα πολιτική και κάθε τακτική επιλογή με το στρατηγικό στόχο, την οικοδόμηση μιας κοινωνίας στον αντίποδα της σημερινής νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής)- λείπουν από το κόμμα του Τσίπρα, ολοκληρωτικά. Ολοκληρωτικά, όμως. Αλλά, τότε τι ακριβώς αφορά η συζήτηση;

Δεν φτάνουν τα παραθέματα των ίδιων των ανθρώπων, που στέκονται θετικά, ακόμη και τώρα, απέναντι στον κυβερνώντα ΣΥΡΙΖΑ, για να δείξουν τον απόλυτο εκφυλισμό ενός πολιτικού οργανισμού, που «γι’ αλλού ξεκίνησε» κι αλλού βρέθηκε; Η συζήτηση για το «κόμμα ΣΥΡΙΖΑ» είναι εκτός θέματος στο μέτρο που εδώ και τρία χρόνια «κόμμα ΣΥΡΙΖΑ», με οποιαδήποτε αριστερή έννοια του όρου, απλώς, δεν υπάρχει. 

Όπως καλά το λέει, άλλος ένας άνθρωπος γενικά θετικά διακείμενος προς την κυβέρνηση, ο Τάσος Παππάς, στην ΕφΣυν (19 Απριλίου):
«Την αγωνία τους για την ουσιαστική εξαφάνιση του κόμματος (ΣΥΡΙΖΑ) εξέφρασαν τα στελέχη του ρεύματος των «53» σε συνάντηση που είχαν προ ημερών. Υποστηρίζουν ότι τα όργανα είτε έχουν αδρανοποιηθεί (η Πολιτική Γραμματεία έχει να συνεδριάσει πολλούς μήνες), είτε υπολειτουργούν (το Πολιτικό Συμβούλιο συνέρχεται μόνο για ενημερωθούν τα μέλη του από τον πρωθυπουργό), είτε απλώς εκδίδουν ανακοινώσεις για να σχολιάζουν τα πολιτικά γεγονότα και να απαντούν στα δελτία Τύπου της αντιπολίτευσης.
Δεν είναι η πρώτη φορά που διατυπώνεται αυτού του τύπου η κριτική και δεν θα είναι η τελευταία. Το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτέλεσε την εξαίρεση, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις (ίσως και τις προθέσεις) της ηγεσίας του. «Εμείς δεν θα την πάθουμε όπως το ΠΑΣΟΚ», έλεγαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Όσο διαρκούσε η διαπραγμάτευση με τους δανειστές το κρίσιμο εκείνο πεντάμηνο, το κόμμα υπήρχε και δρούσε. Οι συνεδριάσεις των οργάνων ήταν τακτικές, η ανταλλαγή απόψεων συνεχής, η διαπάλη για το τι πρέπει να γίνει με το μείζον θέμα ήταν καθημερινή. Φαινόταν πώς το κόμμα είχε ζωή.Η εξέλιξη όμως διέψευσε όλους εκείνους που υποστήριζαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποφύγει την παγίδα. Ακολούθησε τη διαδρομή και είχε την κατάληξη όλων των κομμάτων (παντού στον κόσμο) που αναλαμβάνουν να διαχειριστούν τις υποθέσεις της χώρας: κρατικοποιήθηκε […]

Συνέβη αναπόφευκτα το μοιραίο. Οι πρωτοκλασάτοι παράγοντες του ΣΥΡΙΖΑ υπουργοποιήθηκαν, οι δευτεροκλασάτοι ανέλαβαν κομβικά πόστα στη δημόσια διοίκηση, οι οργανώσεις φυλλορρόησαν (η διάσπαση το καλοκαίρι του 2015 είχε διαλυτικές συνέπειες) και έμεινε μόνο το γραφείο Τύπου για τη διεκπεραίωση.

Βεβαίως μπορεί να συνέτρεξαν κι άλλοι λόγοι για τον απορφανισμό του κόμματος. Ιδιοτελείς. Για παράδειγμα, γιατί κάποιος υψηλόβαθμος να κάτσει στο κόμμα και να ασχολείται με πληκτικές δουλειές όταν μπορεί να γίνει υπουργός;

Ή γιατί ο αρχηγός να θέλει να μείνουν στο κόμμα στελέχη με εκτόπισμα στο κομματικό ακροατήριο και στην παράταξη ευρύτερα, τα οποία ενδεχομένως να του προκαλέσουν πονοκεφάλους με τις αντιρρήσεις τους σε διάφορες αποφάσεις και επιλογές;

Οι ηγεσίες κατά κανόνα προτιμούν κόμματα-ησυχαστήρια, παρά κόμματα-ταραξίες. Βεβαίως όταν θα τα χρειαστούν, θα ψάχνουν και δεν θα τα βρίσκουν ή θα βρίσκουν ό,τι έχει απομείνει: τα σκελετωμένα ομοιώματά τους».

Το αίσχος, λοιπόν, είναι φανερό. Και, παρόλα αυτά, κάποιοι και κάποιες είναι σε θέση να εγκαλούν την αριστερά της «διαμαρτυρίας» ως … άχρηστη. 

Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου…