Ήταν κάποτε μια χώρα που τη λέγανε Συρία...

Εφτά χρόνια μετά την έναρξη του «εμφυλίου» πολέμου δι’ αντιπροσώπων μεταξύ των αδηφάγων Μεγάλων και μικρομέγαλων Δυνάμεων, η Συρία -μια από τις πλέον «κοσμικές» και συγκριτικά προοδευτικές και ευνομούμενες κοινωνίες της Μέσης Ανατολής- κείτεται σε συντρίμμια, με τον λαό της σφαγιασμένο και πεταγμένο σαν κλοτσοσκούφι στις τέσσερις γωνιές της Γης.

Γράφει ο Γιώργος Τσιάρας για την Εφημερίδα των Συντακτών

Το ολοκαύτωμα του τρόμου, που ξεκίνησε από τη σύλληψη μερικών νεαρών «γκραφιτάδων» στην Νταράα και μια αντικαθεστωτική διαδήλωση στην παλιά πόλη της Δαμασκού στις 15 Μαρτίου του 2011, στο αποκορύφωμα της προδομένης «Αραβικής Ανοιξης», λαμπάδιασε χάρη στη συνεχή ανατροφοδότηση της φλόγας από τους διαγ(κ)ωνιζόμενους σπόνσορες-«σωτήρες».

Κανείς δεν ξέρει ακριβώς, τα νούμερα δεν έχουν ψυχή – όμως το σίγουρο είναι ότι κάπου 500.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, μισοί μισοί πολεμιστές και άμαχοι πολίτες.

Αλλα πέντε εκατομμύρια κατάφεραν να εγκαταλείψουν τη χώρα, για να ζήσουν το μαρτύριο της προσφυγιάς στις απανταχού Μόριες της απόγνωσης, κι εκατομμύρια ακόμη έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά, επήλυδες μέσα στην ίδια τους την πατρίδα, ξεριζωμένοι, πεινασμένοι κι ανήμποροι.

Μάρτης του 2018, και η Συρία δεν υπάρχει πια, παρά μόνο στα χαρτιά και τους χάρτες. Και δεν της λείπει μόνο «το ‘να της ποδάρι, που της το παίξανε στο ζάρι», αλλά τα περισσότερα άκρα της...

Ναι μεν το θνησιγενές «Χαλιφάτο»- Ισλαμικό Κράτος, αυτή η μεσαιωνική, σκοταδιστική ιστορική αντινομία, με τα πολλά συντρίφτηκε, ναι μεν οι κυβερνητικές δυνάμεις του Ασαντ, με τις φαρδιές πλάτες των Ρώσων, των Ιρανών και των Λιβανέζων συνέτριψαν σε μεγάλο βαθμό την εξέγερση, έχοντας περικυκλώσει την ανταρτοκρατούμενη Ιντλίμπ και κόψει σε κομμάτια τον θύλακα της Γούτας, αλλά το αντίτιμο είναι ο τεμαχισμός αυτού που το 2011 αποκαλούσαμε «Συρία» σε τουλάχιστον τέσσερις διακριτές σφαίρες επιρροής.

Οι ΗΠΑ και η Ρωσία, οι κληρονόμοι του πατροπαράδοτου ιμπεριαλιστικού «Μεγάλου Παιχνιδιού» του 19ου αιώνα, ταυροκοιτάζονται μέσα στα αποκαΐδια, ενώ το θεοκρατικό Ιράν («σετάκι» πάντα με τη λιβανέζικη Χεζμπολάχ) και η απασφαλισμένη, οπορτουνιστική Τουρκία του νεο-οθωμανού Ερντογάν, που την έχει δει εσχάτως ότι είναι ο Ταγίπ ο Κατακτητής που θα ανακτήσει τα χαμένα βιλαέτια του Χαλεπιού και της Μοσούλης, κόβουν τα δικά τους κομμάτια από το καταματωμένο ταψί.

Και οι άλλοι, μικρότεροι παίκτες, οι Ισραηλινοί και οι σουνιτικές μοναρχίες του Κόλπου, αλλά και οι ξεπουπουλιασμένοι Αγγλογάλλοι original «οριενταλιστές», περιμένουν την επόμενη πίστα του δράματος για να παίξουν τις δικές τους ζαριές – όλοι τους, φυσικά, στο όνομα της Ειρήνης και του... Ανθρωπισμού.

«Δεν βλέπω να υπάρχει πια Συρία», λέει στο AP η Ζάινα Ερχαϊμ, μια Σύρια δημοσιογράφος-πρόσφυγας που έφυγε το 2016 και βρήκε καταφύγιο στο Λονδίνο. «Τη λένε Συρία στον χάρτη. Αλλά σκεφτείτε, αν ένας απλός Σύρος θελήσει να ταξιδέψει σήμερα από την Νταράα, στον Νότο, στην Ιντλίμπ, στον Βορρά, από πόσες «χώρες» και εθνικότητες θα πρέπει να περάσει;».

Για σκεφτείτε το αλήθεια – ένα καζάνι με Σύρους στρατιώτες και αντάρτες, Κούρδους πολιτοφύλακες Ιρανούς και Λιβανέζους μαχητές, Αραβες και «Ευρωπαίους» ισλαμιστές φανατικούς, Ρώσους πιλότους και «εργολάβους»- μισθοφόρους, Αμερικάνους κομάντο και πράκτορες, και φυσικά Τούρκους μαυροσκούφηδες και Τουρκμένους κατσαπλιάδες...

«Το χειρότερο για εμάς τους Σύρους που ζούμε πια στο εξωτερικό είναι ότι δεν υπάρχει πια ελπίδα επιστροφής. Πού να γυρίσουμε; Δεν υπάρχει πια Συρία στον ορίζοντα. Πάει η Συρία, την έχουν πια καταπιεί», συμπληρώνει η λογοτέχνις –κι αυτή πρόσφυγας– Ντίμπα Γουανούς.

Εβλεπα χτες δίπλα δίπλα στη ματ(-ωμένη) οθόνη μου τις φωτογραφίες της μαζικής εξόδου των αμάχων από την κουρδική Αφρίν και από την ισλαμοκρατούμενη Γούτα, τα γυναικόπαιδα με τις βαλίτσες και τις κουβέρτες στη μασχάλη κι ένιωθα μαχαιριές ακόμη και στη σκληρή μου πια καρδιά, του έμπειρου διεθνατζή, που έχω παρακολουθήσει και γράψει για τόσους πολέμους: αν δεν έβλεπα τις λεζάντες, δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω την Κούρδισσα από την «ισλαμίστρια» μάνα.

Κι αν ήταν ασπρόμαυρες, αντί για έγχρωμες, θα μπορούσαν να είναι εικόνες από τα ποτάμια των αμάχων προσφύγων στη Γαλλία του 1940, την Ουκρανία του ‘42, την Παλαιστίνη του ‘48 - ή τη δική μας Μικρασιατική Καταστροφή του ‘22...

Αλλά τι λεζάντα να γράψεις για τις διαλυμένες οικογένειες, για την απόγνωση του ξεριζωμού; Ποιες λέξεις μπορούν να χωρέσουν τόσον αδερφοκτόνο θάνατο- πώς να αποδώσεις τη μυρωδιά της καμένης σάρκας, τη σκόνη από τα συντρίμμια μιας ερειπωμένης γειτονιάς;

Και το σημαντικότερο – ακόμη κι αν αύριο γινόταν ένα θαύμα και τα όπλα σιγούσαν, πώς θα μπορέσει να ξανασμίξει και να συμβιώσει ειρηνικά ένας τόσο κατακερματισμένος λαός, μετά από τόσα αίματα και κρίματα;

Κι όλο επιστρέφει στο μυαλό μου η αριστουργηματική εναρκτήρια σεκάνς του Κιούμπρικ στην «Οδύσσεια του Διαστήματος», όπου το περιστρεφόμενο κόκαλο του πιθηκάνθρωπου-φονιά γίνεται δορυφόρος που χορεύει σε μια ψυχεδελική εικόνα από ένα όλο και πιο αβέβαιο μέλλον...