Η υπόθεση του φεμινισμού. Της Αλίκης Κοσυφολόγου

Μαρξισμός – Λενινισμός; Ορισμός; Ξέρετε όταν ο ήλιος δύει, είναι όλα κόκκινα αλλά μετά εξαφανίζεται. Να ξέρετε όμως ότι στην καρδιά μου, ο ήλιος δε δύει ποτέ*

Στον απόηχο των γεγονότων του Μάη του 68 συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία αυτόνομων φεμινιστικών ομάδων - αριστερών και αναρχικών- αρκετών εξ αυτών προερχόμενων από την οργάνωση FMA (Féminin, Masculin, Avenir/ Αρσενικό, Θηλυκό, Μέλλον, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε  Feminism Marxism, Action/Φεμινισμός,Μαρξισμός, Δράση), το Κίνημα για την Απελευθέρωση των Γυναικών (Mouvement de Libération des Femmes), το οποίο οργάνωσε κι έδωσε την μάχη για τη νομιμοποιήση των εκτρώσεων στην Γαλλία αλλά και για την αναγνώριση των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των γυναικών.

Ο συνελευσιακός και οριζόντιος χαρακτήρας των πολιτικών διαδικασιών, η σύνδεση των φεμινιστικών αιτημάτων με εκείνα του αντιαποικιακού αγώνα καθώς και με τις εργατικές διεκδικήσεις, αλλά και η αντι-πατριαρχική και αντι-γραφειοκρατική πολιτική κουλτούρα στην συλλογική λειτουργία αποτέλεσαν δομικά στοιχεία της πολιτικής στρατηγικής του συγκεκριμένου κινήματος αλλά και της πολιτικής στράτευσης των υποκειμένων σε αυτή.

Αν και από την περίοδο εκείνη έχουν μεσολαβήσει πολλά χρόνια και πολλά γεγονότα, το πρόβλημα του μετασχηματισμού της μαχητικής πολιτικής παραμένει τόσο ανοιχτό και δισεπίλυτο, όσο το περιέγραφαν οι φεμινιστικές ομάδες στις γενικές συνελεύσεις στην Καλών Τεχνών στο Παρίσι το φθινόπωρο του 1971. Και παρά τις σημαντικές «βελτιώσεις» ή ακόμη και τις τομές που έχουν συντελεστεί στην δομή και στην λειτουργία κομμάτων και συλλογικοτήτων, στο επίπεδο της πολιτικής θεωρίας και στρατηγικής αλλά και στις συλλογικές πρακτικές υπάρχει κάτι που ακόμη συγκρατεί σχεδόν ακέραιους όλους τους δυισμούς αλλά και τους κυρίαρχους έμφυλους καταμερισμούς. Οι ιστορικοί λόγοι που ερμηνεύουν αυτό το πρόβλημα είναι σύνθετοι και προσδιορίζονται συγκεκριμένα από τις ιδιαίτερες συλλογικές εμπειρίες των κοινωνικών αγώνων στις διαφορετικές χώρες αλλά και από τον σε κάθε συγκυρία βαθμό επιδραστικότητας του φεμινιστικού κινήματος.

Η πολιτική και θεωρητική συζήτηση για την υπέρβαση  αυτών των καταμερισμών στην πολιτική σήμερα, προβάλλει ένα αίτημα φεμινιστικοποιήσης της πολιτικής, δηλαδή του πλήρους μετασχηματισμού της μορφής της πολιτικής και  της ριζικής εξάλειψης των πατριαρχικών προτύπων και ιεραρχιών. Επιπλέον, αποδίδει εκ νέου ένα θεμελιακό ρόλο στο βίωμα, στην μερικότητα – όχι αποσπασματικότητα- αμφισβητώντας τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Από μια σκοπιά, θα μπορούσε μάλλον και να υποτεθεί ότι πρόκειται για μια εκ νέου ενεργοποιήση της θέσης «το προσωπικό είναι πολιτικό», η οποία εμπλουτίζεται από την πρόσφατη συλλογική μνήμη του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος αλλά και από τις ακόμη πιο πρόσφατες εμπειρίες των κοινοτιστικών πρακτικών και κινημάτων πόλης.

To δίχως άλλο, πέρα από τον λανθάνοντα εμπειρισμό ή ακόμη και τον – μικρό αλλά όχι ανύπαρκτο- κίνδυνο της αναπαραγωγής έμφυλων ουσιοκρατιών και διπόλων- και μεταξύ αυτών του πιο προφανούς κινδύνου ταύτισης των γυναικών με το βίωμα και την εμπειρία και των ανδρών με την θεωρία και την στρατηγική-, η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει δύο πλεονεκτήματα: αφενός την ιεράρχηση της διεκδίκησης της έμφυλης ισότητας ως κεντρικής σημασίας – ιδιαίτερα σε μία περίοδο όπου η μάχη ενάντια στην λιτότητα και στον καπιταλισμό ερμηνεύεται σε κάποιες περιπτώσεις μονομερώς ως κυρίαρχη και αποκλειστική αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου – εργασίας- και αφετέρου σε σχέση με την αναζήτηση νέας μορφής ή μορφών για την πολιτική.

Με άλλα λόγια, το αναγκαίο σήμερα, έτσι όπως εμείς το κατανοούμε, δεν είναι μια διακήρυξη φεμινισμού και συμπεριληπτικότητας – που δε λείπει εξάλλου- αλλά η αναζητήση των δρόμων και των μορφών για την υλοποίηση τους με οραματικό τρόπο. Όπως έχει γραφτεί κι έχει ειπωθεί κι άλλες φορές, δεν ξεκινάμε από το μηδέν, όμως η δεδομένη πλέον αναγνώριση από πολλά κόμματα και συλλογικότητες της οπτικής του φεμινισμού ως σημαντικής, δεν έχει μέχρι τώρα πετύχει να τις μετασχηματίσει και να τις αλλάξει σε βάθος. Και είναι επίσης αλήθεια, πως τα ανακουφιστικά ευχολόγια, ούτε κόκκινη, ούτε φεμινιστική έκαναν ή θα κάνουν ποτέ τη γη.

Χρειάζεται λοιπόν να δημιουργήσουμε από κοινού νέους τρόπους συλλογικής λειτουργίας που θα βασίζονται στην συνεργασία και όχι στον ανταγωνισμό, που αποτελεί έκφραση και αποτέλεσμα της πατριαρχικής κουλτούρας. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να αναλάβουμε την ευθύνη για – οδυνηρές σε αρκετές περιπτώσεις - συγκρούσεις στο εσωτερικό των οργανώσεων και συλλογικοτήτων που συμμετέχουμε. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε νέους χώρους  πλατιάς συμμετοχής, να καταμερίζουμε ισότιμα αλλά και να αναλαμβάνουμε ευθύνες. Χρειάζεται να καλλιεργήσουμε την συλλογική μας αυτοπεποίθηση, ενισχύοντας του δεσμούς συντροφικότητας και αλληλεγγύης μεταξύ μας. Χρειάζεται να αναζητήσουμε μεθοδολογίες που θα «φεμινιστικοποιούν» όλα τα επίπεδα πολιτικής δραστηριότητας και συμμετοχής, από τον πολιτικό ακτιβισμό μέχρι μέχρι τον συνδικαλισμό και τις εκλογές και που ταυτόχρονα αποτελούν και κριτήριο για την συγκρότηση των πολιτικών μας συμμαχιών, ιδιαίτερα σε μία περίοδο που οι τελευταίες έχουν αποκτήσει τέτοια βαρύτητα.

Χρειάζεται να αναμετρηθούμε με τα κατάλοιπα του βιολογισμού, που είτε αναπαράγουν και παγιώνουν έμφυλους καταμερισμούς, είτε ακόμη χειρότερα ενεργοποιούν ακόμη κι ανάμεσα μας ιδεοληψίες για το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, υπονομεύοντας την οικοδόμηση δεσμών συντροφικότητας, ενότητας και βαθιάς συνεργασίας με τις λοατκι συλλογικότητες.

Τέλος πρέπει να αναμετρηθούμε με τον ίδιο τον χαρακτήρα της πολιτικής στράτευσης στο κίνημα. Μία συντρόφισσα είχε περιγράψει κάποια στιγμή το κίνημα σαν ένα πεδίο αποκλειστικής δραστηριότητας για τον «υγιή, χωρίς υποχρεώσεις νέο άντρα». Ακόμη κι αν αυτή η περιγραφή  μοιάζει υπερβολική, είναι αλήθεια πως οι απλωμένες χρονικότητες, οι χώροι που συχνά δεν είναι προσβάσιμοι, αλλά και καθαυτή η υπερβολικά απαιτητική – σχεδόν με όρους αποκλειστικότητας- πολιτική στράτευση αποκλείει αρκετές και αρκετούς.

πηγή: k-lab.zone