Η στολή του λοχαγού

Ο Ρόμπερτ Σβέντκε μετά το πέρασμά του από το Hollywood, επιστρέφει στην Ευρώπη και θέτει στο επίκεντρο τη στολή με ό ,τι αυτό συνεπάγεται. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία του Γουίλι Χέρολντ στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μία αλληγορία από το τότε, που ακουμπάει το σήμερα, καθώς ο χρόνος κάνει συνεχώς κύκλους. Κι οι "σβάστικες" δυστυχώς ολοένα και πληθαίνουν σήμερα, όσο η μόρφωση, ο πολιτισμός κι οι τέχνες είναι για τους λίγους. Εξ’ ου κι οι 17 βραβεύσεις σε διεθνή Φεστιβάλ.

Γράφει ο Μίλτος Τόσκας

1945, η πλάστιγγα αρχίζει να γέρνει υπέρ Ρώσων και Βρετανών. Ολοένα και περισσότεροι στρατιώτες από τη γερμανική πλευρά λιποτακτούν, παρακολουθώντας την αρκούδα να απελαύνει μέχρι το Βερολίνο. Ένας απ’ αυτούς είναι κι ο πρωταγωνιστής μας (Mαξ Χούμπαχερ). Δε θέλει να πεθάνει στο μέτωπο με ανδρεία, προτιμάει να παραδοθεί στον αντίπαλο ή να αναζητήσει εναλλακτικό τρόπο διαφυγής. Την ώρα που περιπλανιέται για να σώσει τη ζωή του, η στολή ενός λοχαγού, την οποία θα βρει σε ένα εγκαταλελειμμένο τζιπ, θα αλλάξει άρδην τη ζωή του.

Κι οι έσχατοι έσονται πρώτοι. Τα παράσημα του δίνουν εξουσία. Δημιουργεί άμεσα μία ετερόκλητη ομάδα και ξεκινούν το ταξίδι τους, ώστε να μάθουν τι κρύβεται πίσω από το μέτωπο. Η δύναμη που του δίνει η στολή, τον αποκτηνώνει. Παίρνει αυθαίρετες αποφάσεις, αφαιρεί ζωές κι όλα αυτά με απόλυτα κυνικό τρόπο, χωρίς καμία ευαισθησία. Από τη θέση του θύματος, γίνεται ο θύτης χωρίς καμία συμπόνια. Νιώθει την ανάγκη να εκδικηθεί, αλλά τελικά τιμωρεί αυτούς, με τους οποίους πιθανότατα θα είχε κοινή μοίρα, αν τον είχαν πιάσει. Παίρνει στον λαιμό του δεκάδες ψυχές, προκειμένου να κερδίσει χρόνο.

Αποτρόπαια εγκλήματα, σοκαριστικές, μακάβριες εικόνες (να σκάβεις τον ίδιο σου τον τάφο). Στον πόλεμο όμως όλα επιτρέπονται. Εκεί ή τα κερδίζεις ή τα χάνεις όλα, δεν υπάρχουν συμβιβασμοί όπως στη διπλωματία. Το ασπρόμαυρο φόντο μας μεταφέρει νοερά στην εποχή. Εκεί κυριαρχεί το ένστικτο της επιβίωσης. Όποιος προσπαθεί να μείνει άνθρωπος, πληρώνει με τη ζωή του. "Αν δεν την φέρεις στον θάνατο, θα σου τη φέρει αυτός". Δε ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις (μαύρη κωμωδία) ή να κλάψεις, με όσα έρχονται...

Το φιλμ μου έφερε συνειρμικά στο μυαλό τον Γιο του Σαούλ του Λάζλο Λέμες. Κοινή συνισταμένη οι θηριωδίες των ναζί, τις οποίες βλέπουμε εκ των έσω. Τότε απέναντι στους Εβραίους, ως άρια φυλή, ως κάτι ανώτερο, αυτή τη φορά απέναντι στους συμπατριώτες τους, που λακίζουν μπροστά στο μοιραίο. Ακόμα και το παιχνίδι με την κάμερα θυμίζει τις τεχνικές του αριστουργήματος του 2015. Ο πρωταγωνιστής βέβαια έχει διαφορετικό ρόλο, αλλά και στις δύο περιπτώσεις είναι κι αυτός εγκλωβισμένος στο διαμορφωθέν αδιέξοδο.

Σαφώς και μπορεί να γίνει σύνδεση με τη σημερινή εποχή, καθώς αγγίζει λεπτές χορδές και φτάνει έμμεσα μέχρι και τη διαπλοκή. Οι καταστάσεις που βιώνουμε όλοι μας είναι οριακές κι ίσως ο σκηνοθέτης αυτό ακριβώς θέλει να φωνάξει πριν είναι αργά. Η ηθική χρεοκοπία κι ο εκφυλισμός της αισθητικής, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση δίνει πάτημα σε ανθρώπους-δημαγωγούς με ανάλογες τρελές ιδέες να ανελιχθούν στην εξουσία με όπλα τους τον εθνικισμό και τον φανατισμό. Αυτοί θα σπείρουν μίσος και αργότερα φυσικά θα θερίσουμε όλοι μας θύελλες. Εμείς όμως τι κάνουμε μπροστά σε όλο αυτό;

 

Δείτε σχετικά: Τι θα δούμε αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης