Η στιγμή του διεθνισμού είναι τώρα. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

«Αιτία για το ξέσπασμα του Γ' παγκοσμίου πολέμου, σύμφωνα με τον Τούρκο πρόεδρο, μπορεί να είναι το γεγονός ότι οι ΗΠΑ χτίζουν 20 στρατιωτικές βάσεις στη Συρία, γεγονός που στρέφεται κατά της Ρωσίας».
15.3.2018

Tα ονόματα «Κόδριγκτον», «Χέιδεν» και «Δεριγνύ» (De Rigny) είναι γνωστά στην Ελλάδα κυρίως για τους ομώνυμους δρόμους γύρω από την πλατεία Βικτωρίας. Όμως οι τρεις διοικητές του στόλου των Δυτικών Δυνάμεων στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, το 1827 –ο «διεθνής παράγοντας» της εποχής–, συνέβαλαν τα μέγιστα ώστε η ελληνική Επανάσταση να μη μείνει στα μισά. Δεν ήταν η Θεοτόκος κι ο Ευαγγελισμός της: ήταν πρώτα μια επανάσταση, κι ύστερα oι ξένοι Σύμμαχοι και μια ναυμαχία, που «σφράγισαν» το ελληνικό εθνικό ζήτημα.

Η αδικημένη από τους Συμμάχους πατρίδα υπάρχει, στην πραγματικότητα, μόνο στα παραμύθια. Αυτό θυμίζει και τώρα η ευρεία στήριξη των ελληνικών θέσεων στο ζήτημα της ΑΟΖ: «Οποιαδήποτε πρόκληση κι αν εμφανιστεί στο μέλλον», διαβεβαίωνε χτες ο Τραμπ στην Διακήρυξη για την Ημέρα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, «θα την αντιμετωπίσουμε μαζί». Λίγο νωρίτερα, ως γνωστόν, οι «28» καταδίκαζαν «σθεναρά τη συνέχιση των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο», υπογραμμίζοντας «την απόλυτη [ευρωπαϊκή] αλληλεγγύη προς την Κύπρο και την Ελλάδα» - και έτσι εξοργίζοντας τον Ερντογάν. 

Όλα καλά λοιπόν; Κάθε άλλο. 

Πού φτάνουν τα όρια των εγγυήσεων του «διεθνούς παράγοντα», η Ελλάδα το έμαθε με επώδυνο τρόπο την περίοδο 1919-1922. Ήταν όταν, με «εντολή» τότε της Αντάντ, ο ελληνικός στρατός έμπαινε στη Μικρά Ασία, υλοποιώντας τον μεγαλοϊδεατισμό της εποχής – αλλά και για να υπερασπιστεί τους ελληνικούς πληθυσμούς που διώκονταν απηνώς, μαζί με άλλους, μη τουρκικούς. Ήταν ένα είδος «διεθνοποίησης» των ελληνοτουρκικών σχέσεων: με τη στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία, η Ελλάδα γινόταν ο «θεματοφύλακας» της μετέπειτα Συνθήκης των Σεβρών. Αλλά χρειάστηκαν τρία μόλις χρόνια ώστε το σχέδιο αυτό, με όλη την ευρεία δυτική στήριξη, να καταλήξει σε μια καταστροφή με πολλές δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, κυρίως αμάχους. 

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Όμως εκείνο το πικρό μάθημα είναι σήμερα επίκαιρο – και πρώτα απ’ όλα λόγω της σημερινής «διεθνοποίησης» των ελληνοτουρκικών: ποιος σώφρων μπορεί να νιώθει άνετα όταν τον στηρίζει ο Τραμπ, εν μέσω εμπορικού πολέμου και ψυχροπολεμικής αναθέρμανσης; 

Ας το υπογραμμίσουμε: Η προσπάθεια της κυβέρνησης να «τακτοποιηθεί» το Μακεδονικό, ώστε να περάσουμε στα πολύ σοβαρότερα ελληνοτουρκικά, δεν είναι απλά η επικράτηση της κοινής πολιτικής λογικής επί της εθνικιστικής εξαλλοσύνης. Σε αντίθεση με το Μακεδονικό, στα ελληνοτουρκικά υπάρχει σοβαρό «υλικό διακύβευμα»: Καταρχάς, τα αναπτυξιακά σχέδια της Ελλάδας και της Κύπρου, που δεν καλύπτουν οι φλυαρίες περί εθνικής κυριαρχίας. Αλλά και τα συμφέροντα της αμερικανικής Exxon Mobil, της γαλλικής Τotal, της Ιταλίας και της Αιγύπτου, του Ισραήλ, ακόμα και του Κατάρ. 

Με όλες τις διαφοροποιήσεις στο Μακεδονικό –από κρίσιμες απόψεις, δεν είμαστε στο ‘92–, ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί κατά πόδας την εξωτερική πολιτική της ΝΔ στην Ανατολική Μεσόγειο: το «ανήκομεν εις τον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και Αιγύπτου»: η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως «ιστορικής πρωτεύουσας» του Ισραήλ, το 2015, δεν ήταν ακριβώς γκάφα του Τσίπρα. Με τη σειρά της, λοιπόν, η γεωπολιτική αυτή τοποθέτηση αποτυπώνεται ανάγλυφα στα «οικόπεδα» της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, όπου αντίστοιχα «εθνικά» οικονομικά συμφέροντα διεκδικούν ρόλους.

 

Θα πει κανείς: «ναι, αλλά κι αν δεν υπήρχε η ΑΟΖ, υπάρχει το κλίμα στο Αιγαίο, οι δυο Έλληνες αξιωματικοί, η συνεργασία του Ερντογάν με τους τζιχαντιστές κατά των Κούρδων. Μπορεί η Ελλάδα να είναι μονίμως η κατευναστική;». 

Η απάντηση θα έπρεπε να είναι εξίσου προφανής: όποιος θέλει στ’ αλήθεια την ειρήνη στην περιοχή, δεν μπορεί να προετοιμάζεται για πόλεμο. Κι ενώ η Ελλάδα δεν είναι γενικώς «κατευναστική» (από τις δηλώσεις Κοτζιά περί «τελευταίας φοράς» ως την πρόσφατη αντι-notam), η μετατροπή του Αιγαίου σε θαλάσσια ζώνη ελληνικών συμφερόντων με τις εγγυήσεις δυτικών επιχειρηματικών κολοσσών, η συνεκμετάλλευση δηλαδή του Αιγαίου με ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Ισραήλ, Κατάρ κ.ο.κ. (επ’ ουδενί, όμως, με την Τουρκία…), δεν είναι μια πολιτική καλής γειτονίας. Είναι, όπως πάντα, αξιοποίηση (γεωπολιτική και οικονομική), της διπλωματικής υπεροχής της Ελλάδας, ως μέλους της «ευρωπαϊκής οικογένειας»· και, ιδίως σήμερα, είναι αξιοποίηση του κακού κλίματος για τον Ερντογάν στον δυτικό κόσμο. Όσο για τον αστάθμητο αυταρχισμό του Τούρκου «καίσαρα», για την Ευρώπη (και την Ελλάδα!), πρόκειται για επιχείρημα α λα καρτ. 

Παρά τον δεσποτισμό και τη φιλοπόλεμη πολιτική του AKP, που Τούρκοι αντιφρονούντες και Κούρδοι γνωρίζουν καλύτερα απ’ τον καθένα την τελευταία διετία του αντι-πραξικοπήματος, η Τουρκία προχώρησε ανενόχλητη από τη Δύση στην Αφρίν. Λόγω δε του προσφυγικού, η ίδια δεν έπαψε να αναβαθμίζεται πολιτικά από ΗΠΑ και Ευρώπη: «Αν δεν θέλετε πρόσφυγες στα σύνορα, θα πληρώσετε κάτι παραπάνω», είναι η πολιτική της γειτονικής χώρας. Κι απέναντι σε αυτήν, η Δύση, με πρώτη τη χώρα μας, αποδείχτηκε επανειλημμένα ενδοτική: η Ε.Ε. έχει ήδη δεσμευτεί για την παροχή άλλων 3 δισ. για τα τρία εκατομμύρια πρόσφυγες στο τουρκικό έδαφος. Κι ενώ η Τουρκία επιθυμεί την τελωνειακή ένωση με την Ευρώπη (τα σχετικά οφέλη υπολογίζονται σε 60 δισ.), ενώ διεκδικεί ειδικό καθεστώς για την εξαγωγή των τουρκικών αγροτικών προϊόντων, ρυθμίσεις για τις αεροπορικές διασυνδέσεις και θεωρήσεις βίζας, στις επιδιώξεις αυτές η Ευρωπαϊκή Ένωση βλέπει έδαφος για τη δική της πολιτική «καρότου και μαστιγίου». 

Το τελευταίο δίμηνο το έδειξε ξεκάθαρα: σε εποχές διεθνούς ρευστότητας, καμιά τακτική «διεθνοποίησης» δεν εγγυάται την ειρήνη· αυτό που σήμερα επείγει από κάθε άποψη είναι μια συγκεκριμένη (όχι συνθηματολογική) διεθνιστική πολιτική. Δυστυχώς, όπως νωρίτερα θύμισε το Μακεδονικό, αυτό δεν είναι προφανές για όλη την Αριστερά: για ορισμένα τμήματά της –αυτά που διαχρονικά μπερδεύουν τον αντιιμπεριαλισμό με τις θεωρίες της ξένης επιβουλής–, η σταλινική παράδοση αποδεικνύεται καταλυτική. Τον πολιτικό «ρεαλισμό» αυτού του δήθεν αντιιμπεριαλισμού συνοψίζει έξοχα ο Πέρι Άντερσον:

«Ο Στάλιν», γράφει, «δεν εγκατέλειψε ποτέ την μπολσεβίκικη πεποίθηση ότι ο κομμουνισμός και ο καπιταλισμός είναι θανάσιμοι ανταγωνιστές. Όμως, ο απώτερος στόχος ενός παγκόσμιου συνεταιρισμού ελεύθερων παραγωγών --η αταξική κοινωνία που είχε οραματιστεί ο Μαρξ-- ήταν πολύ μακριά. Προς το παρόν, η ισορροπία δυνάμεων παρέμενε μονόπλευρα υπέρ του κεφαλαίου. Μακροπρόθεσμα, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις θα φούντωναν και πάλι και θα αποδυνάμωναν τον εχθρό, όπως είχε ήδη συμβεί δύο φορές στο παρελθόν, αλλάζοντας τον συσχετισμό υπέρ της εργασίας. Στο ενδιάμεσο, ήταν ζωτικής σημασίας οι επαναστατικές δυνάμεις έξω από την περίμετρο του σοβιετικού μπλοκ, να μην αποτελούν απειλή για την ασφάλειά της προκαλώντας πρόωρα τον ιμπεριαλισμό, ούτε όμως και να αμφισβητούν την εξουσία του ΚΚΣΕ πάνω τους» (1). 

Πρόκειται για μια ολόκληρη αντίληψη για την ιστορία: «Εφόσον ο πρώτος ενδοαϊμπεριαλιστικός πόλεμος είχε πυροδοτήσει την Οκτωβριανή Επανάσταση», εξηγεί ο Άντερσον, «και ο δεύτερος είχε φέρει τον Κόκκινο Στρατό στο Βερολίνο, ένας τρίτος θα έδινε τη χαριστική βολή στον καπιταλισμό -- μία προοπτική που θα προσέφερε την τελική νίκη χωρίς να απαιτείται αλλαγή της στρατηγικής παθητικότητας». Έτσι, «μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Στάλιν υποστήριζε τη θέση ότι οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις παρέμεναν οι πρωτεύουσες αντιθέσεις και οι αντιθέσεις μεταξύ του καπιταλιστικού και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου ήταν δευτερεύουσες».

Αυτή η στρατηγική παθητικότητα, πίσω από τις συνθηματολογικές επικλήσεις του …ΕΑΜ, είναι το σήμα κατατεθέν της Παλιάς Αριστεράς. Κι είναι υπόθεση μιας Νέας να βρει τις δυνάμεις –στην Τουρκία και στα δύο τμήματα της Κύπρου, στη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια– για να φρενάρουμε μια νέα αιματοχυσία. Οι δυνάμεις αυτές υπάρχουν – κι ας φαίνονται μικρές. Θα ξέρετε το αστείο του Τρότσκι για τις δύο συνεδριάσεις των διεθνιστών στην ουδέτερη Ελβετία, στο Τσίμερβαλντ (τον Σεπτέμβρη του 1915) και στο Κίενταλ (τον Απρίλη του 1916), λίγο πριν δηλαδή τον ρωσικό Οκτώβρη: «Πενήντα χρόνια μετά την ίδρυση της Α' Διεθνούς», θυμόταν, «εκείνες τις μέρες οι διεθνιστές μπορούσαν να χωρέσουν σε τέσσερις καναπέδες». Τώρα είμαστε περισσότεροι.

[Φωτογραφία: 1128 Τούρκοι ακαδημαϊκοί, οι Ακαδημαϊκοί για την Ειρήνη, υπέγραψαν για την κατάπαυση του πυρός στην Νοτιοανατολική Τουρκία. Το πλήρωσαν με διαθεσιμότητες, απολύσεις και κατηγορίες ότι υποστηρίζουν την τρομοκρατία. Όμως ακόμα αντιστέκονται]

_______________

(1) Πέρι Άντερσον, Η αμερικανική εξωτερική πολιτική και οι διανοητές της, Τόπος 2017.