in

Η οικονομική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Του Χρήστου Λάσκου

Η οικονομική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Του Χρήστου Λάσκου

Όπως είναι γνωστό, τα χρηματιστήρια είχαν υποδεχτεί την εκλογή του Τραμπ, με καθοδικές κινήσεις. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι πως αμέσως μετά την εκλογή του γρήγορα άρχισε η ανοδική τους κίνηση, η οποία ήδη από τις 20 Νοεμβρίου έχει αγγίξει επίπεδα ρεκόρ. Μαζί της ήρθε και η ισχυροποίηση του δολαρίου.

Σα να λέμε το “Finance” στις ΗΠΑ, έστω εκ των υστέρων -πολύ άμεσα, πάντως- μια χαρά εξοικειώθηκε με την εξέλιξη αυτή. Είναι προφανές πως το χρηματιστικό κεφάλαιο –και όχι μόνο- βλέπει πολύ θετικά τα “Trumponomics”.  Δεν είναι όμως μόνο το αμερικανικό κεφάλαιο, που ευελπιστεί και ποντάρει στις τραμπικές οικονομικές συνταγές για την ανόρθωση της οικονομίας. Ακόμη και διαπρύσιοι liberals, κεϋνσιανοί με πατέντα που λένε, βρίσκουν τις ιδέες του τουλάχιστον ενδιαφέρουσες.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Robert Skidelski, κορυφαίου ιστορικού της οικονομίας και συντάκτη μιας από τις καλύτερες και πιο φιλικές βιογραφίες του Κέυνς, ο οποίος έγραψε: «Ο Τραμπ έχει υποσχεθεί 800 δισ. έως 1 τρισ. δολάρια για ένα πρόγραμμα επενδύσεων στις υποδομές, […] το οποίο, μαζί με μια γενναία περικοπή των φόρων των επιχειρήσεων, στοχεύει να δημιουργήσει 25 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας και να προωθήσει έντονα την ανάπτυξη […] Καθώς ο Τραμπ  κινείται από τον λαϊκισμό προς την πολιτική, οι liberals δεν έχουν κανένα λόγο να τον αποστρέφονται με αηδία ή απελπισία, αλλά, μάλλον θα πρέπει να συνδεθούν με τον θετικό δυναμικό του Τραμπισμού». 

Από το περίφημο 1% των πλουσιότερων μέχρι τους liberals (που στις ΗΠΑ σημαίνει κάτι σαν «αριστερός», όχι, όμως, επικίνδυνος αριστερός), φαίνεται πως αρχίζουν πολύ γρήγορα να προετοιμάζουν ένα μήνα μέλιτος –και «εξημέρωσης» για όσα στοιχεία του Τραμπ συνεχίζουν να προκαλούν μια κάποια ανησυχία, με κυριότερη την «αντι-παγκοσμιοποιητική» και υπέρ του προστατευτισμού προεκλογική ατζέντα του.  

Σε τι συνίστανται, όμως, τα Trumponomics;  

Λίγο ως πολύ θα μπορούσαμε να τα συνοψίσουμε, όπως παρακάτω.

-Περικοπές φόρων στις επιχειρήσεις και στην περιουσία, που αφορά σχεδόν αποκλειστικά το ανώτερο 1% του πληθυσμού.

-Μια πολιτική επενδύσεων στις βασικές υποδομές, περίπου της τάξης του 1 τρισεκατομμυρίου κατά τη διάρκεια της θητείας του.

-Επέκταση της πολιτικής της απορρύθμισης των αγορών γενικά –και της αγοράς εργασία ειδικά.

Πρόκειται, δηλαδή, για μια σύνθεση κεϊνσιανών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών, που αντιγράφει, στην πραγματικότητα, απολύτως τα  Abenomics,  που εφαρμόζονται εδώ και τέσσερα χρόνια από την κυβέρνηση Άμπε στην Ιαπωνία.

Γιατί όμως χαίρονται πλούσιοι και liberals, ταυτόχρονα; Υπάρχει πραγματικά περίπτωση αυτές οι πολιτικές να ενισχύσουν την απασχόληση και να απογειώσουν την ανάπτυξη, όπως λένε; Αν βγάλουμε συμπεράσματα με βάση την ιαπωνική εμπειρία, η απάντηση δεν θα μπορούσε να ήταν περισσότερο αρνητική. Εκεί, από την πτώση του 1992 κι έπειτα έχουν δοκιμαστεί τα πάντα, αυτόνομα ή όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, με εντελώς απογοητευτικά αποτελέσματα.

Η βασική ιδέα των πολιτικών αυτών είναι πως η ενίσχυση της ρευστότητας –πράγμα που είναι και στα μέρη μας κεντρικό επιχείρημα- είναι ο βασικός όρος για το ξεπέρασμα της κρίσης. Αγνοείται, ωστόσο, το προφανές γεγονός πως κάθε άλλο παρά λείπουν τα κεφάλαια. Το αντίθετο ισχύει: υπάρχει υπερπροσφορά χρήματος, η οποία δεν επιλέγεται, όμως, να αξιοποιηθεί σε παραγωγικές επενδύσεις στο μέτρο που το ποσοστό κέρδους, σε αυτούς τους τομείς, δεν θεωρείται ικανοποιητικό από τους κατόχους του.

Το πρόβλημα δεν είναι η ελλιπής ρευστότητα, αλλά η υπερσυσσώρευση. Τα χρήματα, λοιπόν, που θα εξοικονομηθούν από τους κατόχους κεφαλαίου, μέσω των φορολογικών απαλλαγών, στην καλύτερη περίπτωση θα ενισχύσουν τη δημιουργία νέων «μπαλονιών», με την ελπίδα πως το σκάσιμό τους θα καθυστερήσει αρκετά. Είναι ενδεικτικό, προκειμένου γι’ αυτό, πως, σε οφσόρ μόνο, οι αμερικανικές πολυεθνικές διαθέτουν  περίπου 3 τρισεκατομμύρια δολάρια (μόνη της η Apple 216 δισεκατομμύρια, περισσότερο από το ΑΕΠ της Ελλάδας). Δεν έχουν, ωστόσο, καμιά πρόθεση να επενδύσουν όσο να εγκατασταθούν οι επιθυμητές συνθήκες κερδοφορίας. Η αποτυχία του  QE, ως νομισματικής πολιτικής για την απογείωση της «πραγματικής» οικονομίας τόσο στην Ιαπωνία, όσο και στις ΗΠΑ, είναι το πιο αμάχητο επιχείρημα αναφορικά με αυτό.

Σε ό,τι αφορά, από την άλλη, το επεκτατικό μέρος των Trumponomics, το 1 τρισ. των επενδύσεων στις υποδομές –την χαρά των liberals, δηλαδή- και μόνο το στοιχείο πως η Κίνα επένδυσε δεκαπλάσια, σε ετήσια βάση, προκειμένου να μην πέσει σε βαθειά ύφεση μετά το 2009, δείχνει την ποσοτική ασημαντότητα της πρότασης. Χαρακτηριστικά, η αμερικανική Ένωση των Πολιτικών Μηχανικών υποστηρίζει πως για τη στοιχειώδη στήριξη των υποδομών στις ΗΠΑ θα απαιτούνταν περίπου 4 τρισ. δολάρια.  Δεν είναι, όμως, αυτό το κύριο. Στην πραγματικότητα, αν επιλέγονταν μια πραγματικά μεγάλη κρατική οικονομική παρέμβαση στην οικονομία είναι βέβαιο πως το αμερικάνικο κεφάλαιο θα έκανε τα πάντα, για να την αποτρέψει. Δεν είναι από βλακεία, όπως νομίζουν οι κεϋνσιανοί, που οι καπιταλιστές  στέκονται πάντοτε αντίθετοι στον ουσιαστικό κρατικό παρεμβατισμό –εκτός των άλλων, τους στερεί επενδυτικό χώρο.    

Στην πράξη, λοιπόν, τα οικονομικά του Τραμπ είναι πολύ αμφίβολο αν θα επηρεάσουν θετικά την προσπάθεια του αμερικάνικου –επομένως, και του παγκόσμιου καπιταλισμού- για πραγματική έξοδο από την κρίση. Η διαρκής επίταση της εκμετάλλευσης, η ενίσχυση του μεριδίου του κεφαλαίου στο εθνικό εισόδημα, όλες οι πολιτικές που συνεχίζουν αυτές τις επιδιώξεις χωρίς, όμως, να απαντούν στο ζήτημα των επενδύσεων, άρα της καπιταλιστικής  κερδοφορίας και της υπερσυσσώρευσης, ευνοούν άμεσα τους καπιταλιστές καταστρέφοντας την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά δεν δίνουν οριστική διέξοδο. Την τελευταία φορά, τη δεκαετία του 1930, αυτή η διέξοδος δόθηκε μέσα από την ολοκληρωτική καταστροφή του κόσμου με τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Λίγα πράγματα, συνεπώς, μεταβάλλουν τα Trumponomics.  Εκτός εάν…

Εκτός εάν ο Τραμπ κάνει πράξη διάφορους παληκαρισμούς του, αναφορικά με την άσκηση προστατευτικής πολιτικής και τη μετανάστευση. Και όντως αρνηθεί τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες TPP (με Ιαπωνία και ΝΑ Ασία), TTIP (με Ευρώπη) και επαναδιαπραγματευθεί τη NAFTA (με Μεξικό και Καναδά). Αν συνέβαιναν αυτά η παγκόσμια κρίση θα έπαιρνε πραγματικά αποκαλυπτικές διαστάσεις. Μόνο η Κίνα θα έβλεπε μείωση του ρυθμού ανάπτυξης κατά 5% (!), ενώ οι εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ θα έπεφταν σε τρία χρόνια μέσα περίπου κατά 90%. Πρόκειται, ωστόσο, για πολιτικές εντελώς αντίθετες στις επιθυμίες των μεγάλων αμερικανικών πολυεθνικών, πράγμα που τις κάνει περισσότερο από όλες ευάλωτες στην μετακίνηση «από τον λαϊκισμό στην πολιτική».

Τίποτε, όμως, δεν μπορεί να προβλεφτεί με ακρίβεια. Πολλά και αστάθμητα, σε αυτήν τη συνθήκη της βαθιάς κρίσης, που παρατείνεται για ένατη χρονιά χωρίς ορατή διέξοδο, είναι δυνατό να οδηγήσουν στις πιο καταστροφικές εκβάσεις, που μπορούμε να φανταστούμε. Ο καπιταλισμός αποτελεί, πλέον, ύβρι πλανητικών διαστάσεων.  Αν δεν εμποδιστεί στην μανιασμένη πορεία του, αν δεν υπάρξει ένα φρένο στην παρανοϊκή του διαδρομή –για να ξαναθυμηθώ τον Μπένγιαμιν- όλα τα κακά είναι δυνατά.  Ο μετασχηματισμός είναι επιβιωτική ανάγκη για την ανθρωπότητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

#Φωτοσχόλιο_στο_alterthess

Επιτροπή για Δημόσιες Συγκοινωνίες Θ/νίκης: Ξανά ο κόμπος στο χτένι!