Η βία δεν είναι απάντηση στον ψυχικό πόνο- Παρέμβαση για την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας

Με έναν άνθρωπο δεμένο σε ένα κρεβάτι, με την αναπαράσταση μιας από τις βίαιες πρακτικές που χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα στα ψυχιατρεία και τις ψυχιατρικές κλινικές  παρενέβη στην πλατεία Αριστοτέλους το «Παρατηρητήριο για τα δικαιώματα στη ψυχική υγεία» στην Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας και την συζήτηση που ανοίγει έστω και για μια μέρα γύρω από τα δικαιώματα των χρηστών ψυχικής  υγείας.

Γράφει η Σταυρούλα Πουλημένη για το stokokkino.gr

Τα μέλη του έριξαν γύρω από τα κρεβάτι κουτιά από τα πιο γνωστά «ψυχοφάρμακα» και ανάρτησαν πανό στο οποίο τονιζόταν ότι η «βία δεν είναι απάντηση στον ψυχικό πόνο».

Με αυτόν τον τρόπο το «Παρατηρητήριο» που συνιστά μια πρωτοβουλία πολιτών που δραστηριοποιείται στο χώρο της Ψυχικής Υγείας από το 2006, μια μεικτή ομάδα πολιτών που έχουν ή όχι ψυχιατρική εμπειρία, μίλησε για πρακτικές που συνεχίζουν να ακολουθούνται στο κυρίαρχο μοντέλο αντιμετώπισης της ψυχικής νόσου (μηχανικές, χημικές καθηλώσεις, ακούσιοι εγκλεισμοί κ.α) προτείνοντας παράλληλα  έναν άλλο δρόμο αποτελούμενο από μοντέλα φροντίδας που βασίζονται στον σεβασμό, την κατανόηση και την υποστήριξη και όχι στην καταπάτηση δικαιωμάτων. 

Το «Παρατηρητήριο για τα δικαιώματα στο χώρο της ψυχικής υγείας» αναφέρει στο ενημερωτικό φυλλάδιο που μοίραζε στον κόσμο ότι το 65%-85% των εισαγωγών στα ψυχιατρεία όλης της χώρας γίνονται ακούσια, χωρίς δηλαδή τη σύμφωνη γνώμη των εγκλειόμενων. Παράλληλα «πάνω από το 70% των ανθρώπων που εισάγονται –συνήθως βίαια- στα ψυχιατρεία καθηλώνονται με ιμάντες στα κρεβάτια τους, επειδή διαφωνούν με τις μεθόδους προσαγωγής και θεραπείας του για να περιοριστούν σωματικά ή να τιμωρηθούν για την απείθειά τους».

Σύμφωνα με το νόμο, συνεχίζει το Παρατηρητήριο, κάθε πολίτης που δέχεται μια ιατρική πράξη πρέπει να ενημερώνεται αναλυτικά για τη δράση και τις παρενέργειες της και να συναινεί σ’ αυτή. Σύμφωνα, επίσης, με τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας κάθε παράβαση του παραπάνω καθιστά τον γιατρό εκτεθειμένο απέναντι στον νόμο και τον επαγγελματικό του κώδικα. Αντίστοιχα οι άνθρωποι με ψυχικό πόνο έχουν το δικαίωμα από τον νόμο να διαφωνήσουν, να αντισταθούν και να διαπραγματευτούν τη μορφή θεραπείας τους, όπως και όλοι οι υπόλοιποι πολίτες.

Τα άτομα που βιώνουν μια ψυχική κρίση δεν είναι ανίκανα να λάβουν αποφάσεις

 «Η βία δεν είναι η απάντηση στον ψυχικό πόνο. Η ψυχική εμπειρία αποτελεί μια εμπειρία και ως τέτοια πρέπει να την βλέπουμε και όχι ως κάτι που πρέπει να το καταστείλουμε ή να το τιμωρήσουμε. Η άποψη που θέλει τα άτομα σε κρίση να είναι ανίκανα να αποφασίσουν για τον εαυτό τους οδηγούν απλά στην αναπαραγωγή του ιατρικού τρόπου σκέψης» σημειώνει από την πλευρά της η Πέννυ Τσικούρα, μέλος του Παρατηρητηρίου μιλώντας στον ρ/σ Στο Κόκκινο κατά τη διάρκεια της παρέμβασης και συμπληρώνει «δεν πιστεύουμε στην γονιδιακή καταγωγή της ψυχικής νόσου, αντίθετα θεωρούμε ότι συνιστά ένα κοινωνικοπεριβαλλοντικό ζήτημα».

«Μια ψυχική κρίση που θα μπορούσε να είχε αποκλιμακωθεί πολύ πιο γρήγορα και πιο ανώδυνα για όλους, με τους τρέχοντες τρόπους αντιμετώπισης εξελίσσεται σε ένα δράμα και μάλιστα μακροχρόνιο το οποίο έχει επιπτώσεις και στην οικογένεια» δηλώνει από την πλευρά της η Άννα Εμμανουηλίδου, κλινική ψυχολόγος και μέλος του Παρατηρητηρίου σημειώνοντας ότι πολλές οικογένειες έρχονται στο Παρατηρητήριο απογοητευμένες φέροντας την εμπειρία ότι το μοντέλο της κλασσικής ψυχιατρικής δεν τους βοήθησε και ψάχνουν να βρουν κάτι διαφορετικό. 

Στο ερώτημα αν η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει και μέσω της υποστελέχωσης των νοσοκομείων στην διατήρηση βίαιων πρακτικών, όπως την καθήλωση, η Στέλλα Μανωλούδα εξηγεί στον ρ/σ Στο Κόκκινο, ότι περισσότερο η οικονομική κρίση λειτουργεί ως άλλοθι για αυτό που γίνεται καθώς η βαθύτερη αιτία είναι ότι αποτελεί την κυρίαρχη γραμμή. 

«Παρά τις διακηρύξεις για το αντίθετο στην πράξη συνεχίζεται η εφαρμογή μεθόδων που εμπεριέχουν βία απέναντι σε ανθρώπους που ήδη βιώνουν μια πολύ δύσκολη εμπειρία» τονίζει η Κλεονίκη Ναούμ, μέλος του Παρατηρητηρίου μιλώντας στον ρ/σ Στο Κόκκινο σημειώνοντας ότι η κρίση που περνάει ένα άτομο επιτείνεται τόσο από αυτά που έχει ζήσει αλλά και από τον τρόπο αντιμετώπισης του. 

Τον πρώτο λόγο πρέπει να τον έχουν οι άνθρωποι που υποφέρουν

«Τον πρώτο λόγο δεν θα έπρεπε να τον έχουν οι γιατροί αλλά οι άνθρωποι που υποφέρουν και οι οικογένειές τους. Ένα από τα μεγάλα προβλήματα που δημιουργεί ο κλασσικός ψυχιατρικός τρόπος αντιμετώπισης είναι ότι όλοι θεωρούν ότι οι γιατροί έχουν τον πρώτο λόγο είτε για να πουν τι συμβαίνει είτε για να ορίσουν πως θα διαχειριστούν αυτό που συμβαίνει. Έτσι, στο ερώτημα αν υπάρχει βελτίωση ως προς την αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου θέτουμε εμείς το ερώτημα “βελτίωση ως προς τι; ”. Πράγματι, υπάρχει βελτίωση ως προς το ότι δεν κλείνονται οι άνθρωποι για χρόνια ολόκληρα σε άσυλα και σιγά σιγά, ως εξαιρέσεις, εμφανίζονται ψυχίατροι που δεν κάνουν κατάχρηση φαρμάκων και προσπαθούν να φέρουν μία ηθική και ουσιαστική βελτίωση στο θέμα. Όμως, βελτίωση με την έννοια του να μιλάει κάποιος για αληθινή υποστήριξη στη θεραπεία, στην ίαση αυτών των ανθρώπων δεν υπάρχει από την πλευρά της επικρατούσας ψυχιατρικής όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλο τον κόσμο» εξηγεί η Άννα Εμαννουηλίδου.

Το Παρατηρητήριο προτείνει έναν άλλο δρόμο που εμπεριέχει τον σεβασμό, την κατανόηση, την αυτοβοήθεια, την κοινωνική αλληλεγγύη των άλλων σχετικών ομάδων όπως συγγενείς, φίλοι και επαγγελματίες υγείας που είναι κριτικά διακείμενοι στο υπάρχον ψυχιατρικό μοντέλο και τη προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα προστατευτικό πλαίσιο για να αποκλιμακωθεί η κρίση χωρίς να χρειαστεί να παρέμβει η ψυχιατρική, π.χ. με συνοδεία στο σπίτι του και συμμετοχή του σε ομάδες αυτοβοήθειας. Ακόμη και σε περίπτωση οξείας κρίσης, σύμφωνα με την Άννα Εμμανουηλίδου, μια άλλη προσέγγιση είναι εφικτή, στόχος είναι να υπάρχει βοήθεια στο σπίτι (Ομάδα συνοδείας στη κρίση) με συμβουλευτική και υποστήριξη των συγγενών. 

Το Παρατηρητήριο έχει δημιουργήσει ήδη μια τέτοια ομάδα μέσω της οποίας ενδυναμώνονται τα ίδια τα άτομα που είναι από διαφορετικές πλευρές, φίλοι γνωστοί συγγενείς και άτομα που έχουν προσωπική εμπειρία. Αυτό, όπως λένε, δημιουργεί διαφορετικές σχέσεις πιο ανθρώπινες. 

«Μπορεί να μην καταφέρνουμε να τα αλλάζουμε όλα αλλά αποκλιμακώνουμε την κρίση» λέει η κα Ναούμ. Σχετικά με την θέση του Παρατηρητηρίου για τη χρήση φαρμάκων για την αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου σχολιάζει: «Όσον αφορά στα φάρμακα δεν υπάρχει “μαγική συνταγή”. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που τα μειώνουν, άλλες που τα σταματούν, και άλλες που συνεχίζουν να τα παίρνουν με δικούς τους όρους. Εμάς μας ενδιαφέρει ο καθένας να μπορεί να παίρνει τις αποφάσεις που θέλει για τον εαυτό του και να μην θεωρεί ότι είναι μονόδρομος». 

Στο ερώτημα αν ένας άνθρωπος που υποφέρει ψυχικά μπορεί να βρει εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης της κρίσης του η κα Εμμανουηλίδου απαντά: «Ο άνθρωπος που υποφέρει ζητά πάντα βοήθεια, δεν ζητάει αναγκαστικά την ψυχιατρική βοήθεια, γιατί του φαίνεται ότι δεν τον κατανοεί κανείς στο πλαίσιο της ψυχιατρικής. Το πρόβλημα είναι ότι το ψυχιατρικό αυτονόητο έχει κάνει πολλούς ανθρώπους να πιστεύουν ότι όποιος άνθρωπος ζητάει με έναν συμβολικό τρόπο βοήθεια δεν είναι σε θέση να επικοινωνήσει». 

«Εμείς λέμε ότι ο άνθρωπος που περνάει μια κρίση ξέρει τη γλώσσα μας, μέχρι πριν από λίγο καιρό ζούσε και επικοινωνούσε μαζί μας και μετά την κρίση θα συνεχίσει να το κάνει. Εμείς δεν είμαστε σε θέση να επικοινωνήσουμε μαζί του. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ακούσουμε αυτό που λέει. Οι άνθρωποι που υποφέρουν αυτό που δεν θέλουν είναι να ακούσουν τη «βοήθεια» της βίας και την γλώσσα της ακύρωσης τους ως υπάρξεις» σημειώνει. 

Εναλλακτικά μοντέλα αντιμετώπισης της ψυχικής νόσου

Να σημειωθεί ότι εδώ και δεκαετίες έχουν δοκιμαστεί στο εξωτερικό μοντέλα φροντίδας όπως ο Ανοιχτός Διάλογος, το Σπίτι Φυγής, χώροι προστασίας που κάποιος μπορεί να υποστηριχτεί από την κρίση του χωρίς να υποστεί βία με εκπαιδευμένο προσωπικό, δικτύωση του ατόμου με ομάδες αυτοβοήθειας όπου μπορεί κατ’ επιλογήν να βρίσκεται σε επαφή με την υπόλοιπη κοινωνία. 

Έχουν εφαρμοστεί μοντέλα που κάθε άλλο παρά ουτοπικά είναι, όπως το Soteria project που ξεκίνησε από την Αμερική και εφαρμόστηκε και στην Ελβετία και βασίζονται στο διάλογο (με την δημιουργία χώρων όπου σε μια κρίση να μπορεί κανείς να απομακρύνεται από την οικογένειά του), με ανοιχτά τμήματα και προσωπικό που ασχολείται με την κρίση του ατόμου για να μην αυτοτραυματιστεί, να περάσει το ψυχωσικό του βίωμα χωρίς αυτό να επιφέρει καταστροφή στη ζωή του. Αυτά τα μοντέλα, έχουν σύμφωνα με το Παρατηρητήριο, επιδείξει μεγάλη επιτυχία, κατά πολύ μεγαλύτερη από τις βίαιες πρακτικές της κλασικής ψυχιατρικής. 

«Ο δρόμος αυτός προβλέπει κάθετη πτώση των προϋπολογισμών και δεν είναι κοστοβόρος, στην Ελλάδα δεν είναι ίσως διαδεδομένος καθώς υπάρχει επιφυλακτικότητα και από τα άτομα που βρίσκονται σε θέση εξουσίας να δεχτούν κάτι που δεν είναι αυστηρά ιατρικό. Στην Φινλανδία, όμως, σε δημόσιο νοσοκομείο δημιουργήθηκε ένα τέτοιο εναλλακτικό πρόγραμμα παρέμβασης των κρίσεων στο Σπίτι εμπνευσμένο από τον ψυχολόγο Giacomo Seicula που έριξε την κατανάλωση φαρμάκων σε ανθρώπους που βρίσκονταν σε οξεία κρίση κατά 87%. Αυτό σημαίνει ότι αν γίνει ένα ψυχωσικό επεισόδιο η οικογένεια τηλεφωνεί στο νοσοκομείο και έρχεται η ομάδα παρέμβασης στο σπίτι και με καθημερινή παρουσία και συζήτηση κατορθώνουν και ξεπερνούν την κρίση χωρίς φάρμακα. Αυτό σημαίνει μια κάθετη πτώση του κόστους καθώς το νοσοκομείο δεν χρειάζεται να συντηρεί κλίνες κ.α» τονίζει η κα Εμμανουηλίδου σημειώνοντας ωστόσο ότι παρά τα αποδεδειγμένα καλά του αποτελέσματα το μοντέλο δεν γενικεύτηκε ούτε στο ίδιο το νοσοκομείο. Και αυτό γιατί, όπως εξηγεί «δεν υπάρχει πολιτική βούληση, η βούληση είναι ιατροκεντρική, τα λόμπυ των φαρμακευτικών εταιρειών είναι τεράστια, και είναι πολύ δύσκολο να παρθούν αποφάσεις που θα αμφισβητήσουν έναν τέτοιον όγκο εξουσιών». 

Σχετικά με το αν η  ψυχιατρική μεταρρύθμιση ενστερνίζεται διαφορετικές πρακτικές αντιμετώπισης του ψυχικού πόνου η κα Εμμανουηλίδου δηλώνει ότι «όντως ευαγγελίζεται τον εξανθρωπισμό του συστήματος, λέει όχι στα άσυλα αλλά δε αμφισβητεί στην πράξη ούτε την ελευθερία απέναντι στις μεθόδους που προτείνει η ψυχιατρική αλλά ούτε την πλήρη χειραφέτηση των ατόμων». Δηλαδή, σύμφωνα με την ίδια, οι άνθρωποι ζουν όντως σε καλύτερες συνθήκες αλλά σε συνθήκες πλήρους προνοιακότητας και ελέγχου ενώ συχνά παρατηρείται επιστροφή των ατόμων στα ψυχιατρεία. 

Η καταπάτηση δικαιωμάτων δεν μπορεί ποτέ και πουθενά να είναι λύση πόσω μάλλον θεραπεία πονεμένων ανθρώπων. Αν τη βγάλουμε από τη μέση τότε ξετυλίγεται το ανθρώπινο δημιουργικό δυναμικό και προκύπτουν όμορφες επιλογές όπως τα προαναφερόμενα μοντέλα λέει το Παρατηρητήριο υποστηρίζοντας ότι τέτοια μοντέλα οφείλουμε να διεκδικούμε και να χτίζουμε μαζί μέχρι να γίνουν προσβάσιμα σε όλους και σε όλες.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε το χώρο του Παρατηρητηρίου στην οδό Τύπου 5, Βαλαωρίτου, Θεσσαλονίκης, στην ιστοσελίδα του και τη σελίδα του στο facebook.

Πηγή: stokokkino.gr