Γαλλική Επανάσταση, έτος 230. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Eric Vuillard, 14η Ιουλίου (μτφρ.: Μανόλης Πιμπλής), Πόλις 2019

 

Εδώ και μέρες το Παρίσι φοράει την τρίχρωμη σημαία. Τη φοράει πάνω από τα εξαφανισμένα ίχνη των κίτρινων γιλέκων. Πλαστικά σημαιάκια μπλε άσπρα κόκκινα στους μικρούς δρόμους· μεγάλες πάνινες, στα κτίρια-τοπόσημα· διπλές κάθετες τρίχρωμες στη Λεωφόρο Ηλυσίων Πεδίων, που ετοιμάζεται για την παρέλαση. Ελάχιστες περισπάσεις, οι πανηγυρισμοί ας πούμε των Αλγερινών για την πρόκριση στα ημιτελικά του Παναφρικανικού Κυπέλλου, «καθαρίζονται» από την αστυνομία με δακρυγόνα που σε κυνηγούν για κάμποσες στάσεις στο μετρό. Να όμως που την Παρασκευή τα «Μαύρα Γιλέκα» καταλαμβάνουν το Πάνθεον: «Στη Γαλλία υπάρχουν 200.000 άδεια σπίτια, και οι δικοί μας κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες». Η αστυνομία καθαρίζει κι εδώ.

Με ελάχιστες περισπάσεις, πολιτική κάνει μόνο το κράτος: η δίκη της France-Telecom για τις αυτοκτονίες εργαζομένων της, ένα αντιφασιστικό αυτοκόλλητο στο Μαραί, δυο-τρεις αφίσες στη Μπελβίλ ενάντια στα κέντρα κράτησης, μια φεμινιστική συγκέντρωση στην Πλατεία της Ρεπυμπλίκ (σύντροφοι ή πρώην δολοφονούν στη Γαλλία 140 γυναίκες το χρόνο επί μια δεκαετία), δεν αλλάζουν τον κανόνα. Η Figaro διαπιστώνει περίλυπη πως το κράτος «αφοπλίστηκε μπροστά στις εισροές των μεταναστών»· μια μέρα πριν από την επέτειο της επανάστασης, ωστόσο, ανακτά την αυτοπεποίθησή της: «Ο Μακρόν προχωρά εντατικά στον εκσυγχρονισμό του στρατού».

Για τα εκατομμύρια των επισκεπτών –όλων των λογιών τους ισπανόφωνους, Γιαπωνέζους, Αμερικάνους, λίγους Έλληνες–, η επέτειος της επανάστασης είναι μια πινελιά ιστορίας στην ψευδαίσθηση του εκλεκτού που δίνει η πόλη – έστω κι αν, για να την κρατήσεις, χρειάζεται να βάζεις το χέρι στην τσέπη διαρκώς. Για να είσαι εδώ, για να μπορείς να σιγοτραγουδάς ευτυχής Oh Champs Elysées υπό το βλέμμα της Αψίδας του Θριάμβου και κρατώντας σακούλες, κάτι ακαθόριστα σημαντικό έχεις κάνει – και τώρα, να, είναι η ώρα της ανταμοιβής.

230 χρόνια από την κορύφωση της γαλλικής επανάστασης, το εορταστικό θέαμα ενώνει τους πάντες – ή σχεδόν. Το μετρό της Βαστίλλης κοσμούν καλοκάγαθες φιγούρες επαναστατών που σχεδίασαν η Λιλιάν Μπελαμπέρ και η Οντίλ Ζακό· στις μπρασερί, δίπλα από τη στάση του μετρό και απέναντι από την Όπερα, οι ξιπασμένοι πλούσιοι απολαμβάνουν μακάριοι δίσκους με γαρίδες μέχρι πάνω. Κοντά στον καθεδρικό της Παναγίας των Παρισίων, που επισκευάζεται με εντατικούς ρυθμούς μες τη ζέστη επιτηρούμενος από περίπολα του στρατού με το δάχτυλο στη σκανδάλη του αυτόματου, τα παλιά κρατητήρια για τους πολιτικούς κρατούμενους όλων των εποχών (αυτά που «φιλοξένησαν» τελικά και τον Ροβεσπιέρο), υποδέχονται το κοινό με την έκθεση «Η Κονσιερζερί κάνει την Επανάστασή της». Βορειοδυτικά, στο Πυτώ, ο Δήμος ετοιμάζει το παραδοσιακό πικ-νικ της εθνικής γιορτής. Η Swatch διαφημίζει ένα ρολόι με την «Ελευθερία» του Ντελακρουά, και το σλόγκαν Liberté, Egalité, Ponctualité: από την αδελφοσύνη στην ακρίβεια. Στο Παρίσι νυχτώνει μετά τις 10. Το ραντεβού για τη γιορτή με τα πυροτεχνήματα είναι στις 11. Η γιορτή θα κρατήσει 35 λεπτά. Ponctualité.

Τέσσερα πράγματα είναι η γαλλική επανάσταση για το Παρίσι. Το πρώτο: απολύτως τίποτα. Το δεύτερο: θέαμα και εμπόρευμα. Το τρίτο: μια ξεθυμασμένη μνήμη (230 χρόνια πέρασαν, τι περιμένατε;), χρήσιμη για κρατικές ασκήσεις εθνικής ενότητας. Το τέταρτο: η πηγή των ολοκληρωτισμών που δεν λέει να στερέψει.

Σύμβολο της επαναστατικής μνήμης που κρατικοποιήθηκε, η τρίχρωμη σημαία επιβάλλεται παντού. Στα κίτρινα γιλέκα – κι ας σταμάτησαν λίγες εβδομάδες πριν. Στους ανθρώπους των προαστίων που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Στους εργαζόμενους που παίρνουν καθαρό κατώτατο 1.200, και πληρώνουν 850, για σπίτια των 25 τετραγωνικών. Στους παλαιοβιβλιοπώλες του Σηκουάνα, που δεν αντέχουν τον ανταγωνισμό με τις παραγγελίες από το ίντερνετ. Στους άστεγους (Sans Domicile Fixe, SDF, πάει να πει χωρίς σταθερό κατάλυμα), που απλώνουν τη μπουγάδα τους στο δάσος της Βουλόνης. Στους επαίτες που σέρνονται στο μετρό για ένα ευρώ. Η «άποψη» όλων αυτών φτάνει στον πολύ κόσμο μέσα από την αγορά του πολιτισμού: από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων, που ίσως θέλουν να μας πουν κάτι ανακαλύπτοντας τη θεματική της δουλείας. Ή από τη θαυμάσια έκθεση του Μουσείου του Ορσαί για τη φιγούρα των μαύρων στη ζωγραφική από τον Ζερικώ ως τον Ματίζ – ένα από τα λίγα θεάματα που θυμίζουν πως οι μαύροι στον κόσμο του θεάματος δεν είχαν επίθετο (λέγονταν απλά Ζοζέφ ή Μαντλέν), και η χειραφέτησή τους περνούσε από την εμφάνιση στο τσίρκο, σε αγώνες πάλης ή σε γελοία νούμερα όπου τους αποκαλούσαν «σοκολάτες».

***

Από τις φυλακές της Βαστίλλης που συνέτριψε 230 χρόνια πριν η επανάσταση, δεν έχει μείνει τίποτα. Κάτω από τη Βαστίλλη, το Μαραί και η πλατεία Βοζ δεν θυμίζουν απολύτως τίποτα το επαναστατικό. Περνώντας από το Αρσενάλ, στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, δεν σου περνά από το μυαλό πως εδώ ήταν η αποθήκη όπλων και πυρομαχικών του βασιλείου. Σε αυτό λοιπόν το Παρίσι, πρωτεύουσα από δεκαετίες της ευρωπαϊκής Παλινόρθωσης, ο Βυϊγιάρ διαβάζεται, βραβεύεται, μεταφράζεται και συζητιέται γιατί ξεθάβει με κόπο, αποκαθιστά χωρίς να εξιδανικεύει, γιατί στερεώνει με πάθος και επιμονή, αυτό που δεν έχει αφήσει ίχνη. Διαβάζοντας την 14η Ιουλίου, μαθαίνεις πως υπήρχε και άλλο Μαραί. Αλλά ας το πει ο ίδιος:

Η οδός Σεντ-Αντουάν διεμβολίζει τη Βαστίλλη. Μοιάζει με τεράστιο πολιορκητικό κριό που ετοιμάζεται να την εκπορθήσει. Η πόλη συρρέει απ’ όλες τις μεριές. Ταμπουρώνονται πίσω από κάθε πόρτα της οδού ντε Ραμπάρ, κάτω απ’ όλα τα δέντρα της μεγάλης παρέας του Αρσενάλ, πίσω από κάθε σωρό με ξύλα της οδού ντε Μαρέ. Τη Βαστίλλη την αγκαλιάζει η ανθρωπότητα. Δεν πρόκειται όμως για καλοκάγαθες ορδές που πάνε σε ζωοπανήγυρη και επιστρέφουν, είναι ένα πλήθος οπλισμένο με λόγχες, σούβλες, σκουριασμένα σπαθιά, δικράνια, παλιοσουγιάδες, παλιοντούφεκα, δόρατα και κατσαβίδια. Τα όπλα στραφταλίζουν μέσα σε μια απίθανη οχλοβοή (σ. 118).

Ας το θυμίσουμε: ο Βυϊγιάρ δεν γράφει ούτε ιστορία, ούτε μυθιστόρημα. Η 14η Ιουλίου είναι κι αυτή ένα αφήγημα, που πάει να πει ότι έχει πολλή έρευνα (και άρρητα, πολλή θεωρία) πίσω και μέσα της. Τις φιγούρες των δεκάδων απλών, μικρών ανθρώπων, που παρελαύνουν σε λιγότερες από διακόσιες σελίδες, ο συγγραφέας τις έχει ψάξει: ό,τι φαντάζεται, ό,τι είναι δικό του, το δηλώνει προκαταβολικά. Ζουμάρει μέχρι τις ίνες των ρούχων τους. Υποθέτει τα συναισθήματά τους. Ζωγραφίζει όλες τις αποχρώσεις της χαράς, της αγωνίας και του φόβου τους. Κοιτάζει προς όλες τις μεριές, αλλά αυτή που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι η μεριά των «αβράκωτων». Ξεκινά την αφήγηση από τη λεηλασία της εξοχικής έπαυλης Φολί Τιτόν, στα τέλη Απριλίου του 1789, από ένα πλήθος που πεινά και δεν έχει να πληρώσει το νοίκι: η μοναρχία ζει σε προκλητική χλιδή, το χρέος αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, η τιμή του ψωμιού είναι απλησίαστη – το πλήθος καταστρέφει σε μια πραγματικά διονυσιακή έκσταση. Οι ιατροδικαστές μετρούν νεκρούς εξεγερμένους, ψάχνοντας να βρουν κλοπιμαία. Μάταια. Η εξέγερση κλιμακώνεται. Υπηρέτες, καπνοδοκαθαριστές, μπακιρτζήδες, πόρνες, αγράμματοι: ο Ιούλιος είναι η στιγμή τους.

Οι επίδοξοι διαμεσολαβητές λιντσάρονται από τους εξεγερμένους· η θεατρική μεταστροφή τους, για να γλιτώσουν το τομάρι τους, είναι το ίδιο αξιοθρήνητη με το ρόλο του πυροσβέστη που διεκδικούσαν μέχρι λίγα λεπτά πριν. Δεν είναι η ώρα να τα βρούμε στη μέση: είναι η ώρα της επανάστασης. Οι άοπλοι εξοπλίζονται. Μαθαίνουν τη χρήση των όπλων τη στιγμή ακριβώς που τα χρειάζονται. Ρίχνουν τη Βαστίλλη, που φυλάσσεται από πάνοπλους καθεστωτικούς, εκπαιδευμένους επί γενιές στο πώς φυλάς μια Βαστίλλη. Η καταστροφή της δεν είναι απλά στιγμή ελευθερίας: είναι η εκδίκηση της αρνημένης ισότητας:

Δεν έχουμε να πληρώσουμε το νοίκι, ε, άντε και γαμηθείτε! Πάρτε μια ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα, ένα κουτσό τραπέζι, έναν καθρέφτη με βγαλμένο μάτι, ένα κουλό κηροπήγιο […] Δεν έχουμε λεφτά να φάμε, ε, άντε και γαμηθείτε! Χορεύουμε ξυπόλητοι, σφίγγουμε το ζωνάρι, πηδιόμαστε, μεθοκοπάμε (σ. 188).

Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς βία και καταστροφή. Κάθε καταστροφή, ωστόσο, δεν είναι από μόνη της επανάσταση:

Λέγεται πως εκείνη τη μέρα υπήρχαν σχεδόν διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι γύρω απ’ το τέρας – αριθμός που αντιστοιχεί στον μισό πληθυσμό της πόλης, αφαιρουμένων των νεογέννητων, γερόντων και ασθενών· κάτι που σημαίνει ότι βρίσκονταν όλοι εκεί (σ. 73).

Ο Βυϊγιάρ έχει γράψει ένα σπουδαίο βιβλίο, και η μετάφραση του Μανόλη Πιμπλή το αναδεικνύει στο έπακρο. Κάνοντας πολλή δουλειά, ώστε να απευθύνεται σε όλους και να μη χρειάζεται να κάνει προπαγάνδα, υπογράφει ένα βιβλίο με πολιτική πρόθεση:

Ναι, θα έπρεπε μερικές φορές, όταν ο καιρός είναι υπερβαλλόντως συννεφιασμένος, όταν ο ορίζοντας είναι υπερβαλλόντως μουντός, να ανοίγουμε τα συρτάρια, να σπάμε τα τζάμια με πέτρες και να πετάμε τα χαρτιά από το παράθυρο. Τα διατάγματα, τους νόμους, τα πρακτικά, όλα! Και αυτά να γκρεμίζονται, να καταρρέουν με αργό ρυθμό, να πέφτουν βροχή στο ρείθρο. Και να στροβιλίζονται μες στη νύχτα σαν εκείνα τα λιγδωμένα χαρτιά που περιδινίζονται κάτω απ' τα καρουσέλ μετά το πανηγύρι  (σ. 193).