Εθνική συμφιλίωση ή μονομερής «αποχαιρετισμός στα όπλα»; Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Ανεπιθύμητο παρελθόν. Οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων και η καταστροφή τους (Αύγουστος 1989), Θεμέλιο 2018, σσ. 290.

Paloma Aguilar Fernández, Μνήμη και λήθη του Ισπανικού Εμφυλίου. Δικτατορία, Δημοκρατία και διαχείριση του παρελθόντος (απόδοση στα ελληνικά: Σπύρος Κακουριώτης, Χάρης Παπαγεωργίου – επιστημονική επιμέλεια: Στάθης Ν. Καλύβας), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2005, σσ. 405

Αν συγκρίνουμε τα μηνύματα των σημερινών πρωταγωνιστών της πολιτικής ζωής με τη ρητορική των ηγετών της δεκαετίας του ’30, διαπιστώνουμε σαφέστατα τη ριζική αλλαγή του κλίματος: κάποιοι προκαλούν συγκινήσεις κι άλλοι παρουσιάζουν ισολογισμούς!
Χεσούς Φουέγιο, 1964 (στο: Ρ. Aguilar Fernandez, σ. 57)

Ούτε εμείς να πάμε στο Γράμμο ούτε εσείς στο μνημόσυνο του Άρη Βελουχιώτη. 
Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, 1989 (στο: Β. Καραμανωλάκης, σ. 197).

Το 2019 μοιάζει με καλειδοσκόπιο «στρογγυλών» επετείων. Τον περασμένο Απρίλιο έκλειναν ογδόντα χρόνια από τη νίκη του Φράνκο στον ισπανικό εμφύλιο – νίκη που σφράγισε, με μια νύχτα δικτατορίας 36 ετών, την «τελευταία μεγάλη υπόθεση του εικοστού αιώνα», όπως έλεγε ο Καμύ – την ισπανική επανάσταση. 

Τρία χρόνια κράτησε, όμως, και η δική μας «μεγάλη υπόθεση», που έκλεισε στρογγυλά εβδομήντα χρόνια πριν στο Γράμμο-Βίτσι. Και ήταν Αύγουστος του 1989, όταν η τότε κυβέρνηση ΝΔ-Ενιαίου Συνασπισμού (ΚΚΕ και ΕΑΡ), υπόμνηση από μόνη της πόσο απείχαν πια οι «μεγάλες υποθέσεις», παρέδιδε στην πυρά, σε δημόσια θέα, τους φακέλους κοινωνικών φρονημάτων μιας περιόδου από τον Μεσοπόλεμο ως τη δεκαετία του ’80. Εκείνο το καλοκαίρι, 17,5 εκατομμύρια φάκελοι κρατικού μίσους για τον κομμουνισμό –πολύτιμα τεκμήρια για το εύρος, την οργάνωση, τη νοοτροπία και το προσωπικό της «συνέχειας του κράτους» των νικητών του εμφυλίου, ντοκουμέντα αξίας για τους ιστορικούς, στίγματος για τις υπηρεσίες, τους πληροφοριοδότες και τους συντάκτες, και ειδικού βάρους για τους καταγραφόμενους–, γίνονταν παρανάλωμα, στο όνομα της «εθνικής συμφιλίωσης». 

Τον ίδιο δρόμο επέλεγε στα μέσα του ’70 η κυβέρνηση Σουάρεθ, που ηγήθηκε της σταδιακής μετάβασης της Ισπανίας από τον φρανκισμό στη βασιλευόμενη δημοκρατία: καταστρέφοντας, καταρχάς, πάνω από 10 εκ. έγγραφα που θα μπορούσαν να στείλουν στη φυλακή στελέχη του καθεστωτικού «Εθνικού Κινήματος» (1) – κι έπειτα, με την Αμνηστία δηλαδή του 1977, δίνοντας συγχωροχάρτι στους πραξικοπηματίες, πιο «βελούδινο» κι από την υποβάθμιση της ελληνικής Χούντας σε «στιγμιαίο» έγκλημα, από τη δικαιοσύνη της δικής μας Μεταπολίτευσης.

                                                                                   ***

Ελλάδα και Ισπανία πορεύονται, ολόκληρο σχεδόν τον εικοστό αιώνα, κοντινές πολιτικές διαδρομές. Για δεκαετίες, και οι δυο τους αρνήθηκαν ακόμα και την ύπαρξη εμφυλίου – η μια μιλώντας για «συμμοριτοπόλεμο», η άλλη για αναπόφευκτο «απελευθερωτικό πόλεμο» και «σταυροφορία». Και στις δύο, η νίκη της Δεξιάς στον εμφύλιο σήμανε μια ειρήνη «επιτηρούμενη» από δικτάτορες, λογοκριτές, βασανιστήρια, δηλώσεις νομιμοφροσύνης και εκτοπίσεις. Η απαίτηση για λήθη και συγχώρεση, τέλος, σήμανε και για τις δύο χώρες προσχώρηση των πρώην αντιμαχόμενων στα ίδια κριτήρια αποτελεσματικότητας όσον αφορά την πολιτική και την οικονομία: η προσχώρηση αυτή καθιστούσε περιττή τη μνήμη της σύγκρουσης, που μετασχηματιζόταν στο συναινετικό «όλοι φταίξαμε». Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, να συγκρίνει κανείς πώς χειρίστηκε το κράτος τη μνήμη των εμφυλίων στις δύο περιπτώσεις – και με ποιους σκοπούς. Το πρόσφατο βιβλίο του ιστορικού Βαγγέλη Καραμανωλάκη για την ελληνική περίπτωση, και ένα παλιότερο, της Παλόμα Αγκουιλάρ Φερνάντεζ, που ασχολείται με την ισπανική περίοδο 1939-1985 από τη σκοπιά μιας φιλελεύθερης πολιτικής επιστήμονα, είναι εξαιρετικά χρήσιμοι οδηγοί στην υπόθεση αυτή.

Εθνική συμφιλίωση: ένας ευφημισμός για τη δημιουργική λογιστική της λήθης

Ο Καραμανωλάκης, γραμματέας και ψυχή των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, γράφει ως «εμπλεκόμενος» (engaged) ιστορικός: η εμπλοκή ξεκινά –λέει τρυφερά στον πρόλογο– από την οικογενειακή ιστορία και την προσωπική τριβή με τις αριστερές νεολαίες της Μεταπολίτευσης. Περνά στην επαφή με την Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού. Περιλαμβάνει, προφανώς, τη δουλειά στα ΑΣΚΙ – αλλά και την εξοικείωση του συγγραφέα με τη θεωρία και την πρακτική της ψυχανάλυσης, χάρη στην οποία προτείνει ενδιαφέρουσες σκέψεις για την επιστροφή στη μνήμη του τραυματικού εμφυλίου. 

Με τις αποσκευές αυτές, και με συστηματική (όχι όμως κουραστική) τεκμηρίωση, ο Καραμανωλάκης αμφισβητεί τη θέση ότι το κάψιμο των φακέλων προσέφερε στην εθνική συμφιλίωση. Όχι μόνο γιατί, όπως εξηγεί, βήματα προς την κατεύθυνση αυτή είχαν γίνει πολλά, και πιο ουσιαστικά, από το 1974: η νομιμοποίηση/ενσωμάτωση του ΚΚΕ και η κατάργηση του πιστοποιητικού φρονημάτων από τη ΝΔ του Καραμανλή· η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από το ΠΑΣΟΚ· η αναγνώριση των συνεπειών του Εμφυλίου από την κυβέρνηση ΝΔ-Ενιαίου ΣΥΝ (σ. 273) ήταν τα σημαντικότερα. 

Αν ο στόχος του «κατεπείγοντος» νομοσχεδίου της συγκυβέρνησης ήταν η συμφιλίωση –και όχι η συμφιλίωση/λήθη που επέλεξαν η παραδοσιακή Δεξιά και η παραδοσιακή Αριστερά–, μια σύγκριση με το πώς χειρίστηκαν τα αρχεία των κρατικών μηχανισμών τους άλλες χώρες κατά τη μετάβαση προς (συνήθως) λιγότερο αυταρχικά καθεστώτα, δείχνει προς άλλες δυνατότητες: η εξαφάνιση των ενοχλητικών «άταφων νεκρών» του ελληνικού εμφυλίου δεν ήταν, με άλλα λόγια, μονόδρομος. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα, και μαζί η μεγάλη σημασία της συμβολής, του βιβλίου.

Ο Καραμανωλάκης μας δείχνει ότι ζήτημα διαχείρισης αρχείων καταπιεστικών καθεστώτων –μέρος ενός τέτοιου, πραγματικού ή δυνητικού, αρχείου, ήταν οι φάκελοι–, αντιμετώπισαν κράτη και κοινωνίες σε τρεις περιπτώσεις μετάβασης: μετά τον φασισμό και τον ναζισμό· μετά τις δικτατορίες της Νότιας Ευρώπης· και με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου – σε χώρες από την Ανατολική Ευρώπη ως τη Λατινική Αμερική και την Αφρική. 

Μένοντας στην τρίτη περίπτωση, ενώ καθεστώτα όπως της Ροδεσίας κατέστρεψαν ολοσχερώς τα αρχεία τους, η Παραγουάη πρόσφερε ένα παράδειγμα εναλλακτικής διαχείρισης μετά την ανατροπή της στυγερής δικτατορίας του Στρέσνερ (1989). Το 1992, ο ακτιβιστής Μάρτιν Αλμάδα ζήτησε έγγραφα για τη δίωξη που είχε ασκηθεί σε βάρος του και, με τη συνδρομή δικαστών και δημοσιογράφων που συγκρούστηκαν με την αστυνομία, συνέβαλε στην αποκάλυψη ενός υλικού 800.000 σελίδων. Τα λεγόμενα «Αρχεία του Τρόμου», που ήρθαν εντέλει στο φως μέσα στα επόμενα δεκατέσσερα χρόνια της μετάβασης, περιλάμβαναν 20.000 φωτογραφίες, εκατοντάδες κασέτες ήχου, κατασχεμένα βιβλία και χιλιάδες τεκμήρια για τη συμμετοχή της χώρας στην «Επιχείρηση Κόνδωρ», που ξεκίνησε ο Πινοσέτ σε συνεργασία με τη CIA, ενάντια στα αντάρτικα της Λατινικής Αμερικής. Αφήνοντας τα αρχεία ελεύθερα σε κοινό και ερευνητές, οι κυβερνήσεις της Παραγουάης βοήθησαν να τεκμηριωθούν κατηγορίες σε βάρος βασανιστών της δικτατορίας, έδωσαν σε συγγενείς θυμάτων πρόσβαση σε πολύτιμο υλικό και πρόσφεραν υπηρεσίες στην ιστορική έρευνα (σ. 58-61), γεγονότα όλα που χαιρετίστηκαν με θέρμη από την ΟΥΝΕΣΚΟ.

Στον αντίποδα, η καταστροφή των ελληνικών φακέλων ως ανάκληση/διαχείριση μιας τραυματικής μνήμης υπαγορεύθηκε από άλλου είδους «ανάγκες του σήμερα» (σ. 246). Ανάγκη για τη ΝΔ εκείνης  της εποχής ήταν η απόσειση του στίγματος της αυταρχικής Δεξιάς. Με τη σειρά τους, οι ηγέτες του Ενιαίου Συνασπισμού έβλεπαν το «τσαλάκωμα» του ΠΑΣΟΚ από τα σκάνδαλα της περιόδου ως ευκαιρία για την παραδοσιακή Αριστερά, να ηγηθεί αυτή στον πόλο της «αντιδεξιάς» (σ. 205), χωρίς τον ενοχλητικό «μεσάζοντα», το ΠΑΣΟΚ, που μονοπωλούσε την εκπροσώπηση της Αντίστασης (βλ. δήλωση Φλωράκη, σ. 190-6). 


Σκίτσο του Ηλία Μακρή στην Καθημερινή 30.9.1989 (παρατίθεται στο βιβλίο του Β. Καραμανωλάκη)

Εκτός όμως από τις ανάγκες και τους ευσεβείς πόθους των εμπνευστών, ο Καραμανωλάκης συνδέει το κάψιμο των φακέλων με δύο ειδών φόβους:

Ο πρώτος ήταν της ενδεχόμενης επαναχρησιμοποίησής τους – με τη συνδρομή και των ψηφιακών τεχνολογιών, που απασχολούσαν τη Βουλή ήδη στα μέσα του ‘80. Δεν επρόκειτο για σύνδρομο καταδίωξης της Αριστεράς. «Η ελληνική κοινωνία», σημειώνει ο ίδιος, «δεν πείστηκε ποτέ ότι οι φάκελοι είχαν σταματήσει να χρησιμοποιούνται ως το 1989. Και δεν ήταν μια αδικαιολόγητη δυσπιστία»: οι καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των κυβερνήσεων από το 1974, που παρατίθενται και στο βιβλίο, αποκαλύπτονταν κρατικά ψεύδη, χάρη σε αλλεπάλληλες καταγγελίες βουλευτών της Αριστεράς στα τέλη των δεκαετιών ’70 και ‘80. Οι φάκελοι συνέχισαν να ενημερώνονται και επί ΠΑΣΟΚ, παρά τη σχετική απαγόρευση διά νόμου: αυτό αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, ο φάκελος του «επικίνδυνου πολίτη» Λεωνίδα Κύρκου, που απασχολεί το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Κι εδώ νομίζω πως βρίσκεται η δεύτερη μεγάλη συμβολή του Καραμανωλάκη: στην ανάδειξη της διαχρονικής «λογικής» του κράτους απέναντι στον «εσωτερικό εχθρό». Τον Σεπτέμβριο του 1989, ο πρώην υπουργός Δημόσιας Τάξης του ΠΑΣΟΚ Γιάννης Σκουλαρίκης εξηγούσε πως ήταν πρακτικά αδύνατο να ελεγχθεί η δράση «μεμονωμένων» οργάνων (τα οποία, κατά τον ίδιο, λειτουργούσαν αυθαίρετα, εν αγνοία των υπουργών), σε ένα τόσο πολυάριθμο δυναμικό όσο αυτό των σωμάτων ασφαλείας (σ. 257) (2). 

Ο δεύτερος φόβος, κεντρικός στην κυβερνητική επιχειρηματολογία της εποχής υπέρ της καύσης των φακέλων, ήταν ο φόβος της «αναμόχλευσης των παθών» από τυχόν δημοσιοποίηση του περιεχομένου (σ. 260). Το 1984 το ΠΑΣΟΚ είχε εξαγγείλει και αυτό το κάψιμο των φακέλων, συνδέοντάς τους με τη δικτατορία του 1967-74 – αποσιωπώντας, δηλαδή το βενιζελικό «ιδιώνυμο», τον εμφύλιο και τη διατήρηση των φακέλων επί Ένωσης Κέντρου. Αντίστοιχα, η ΝΔ του Μητσοτάκη επιχειρούσε την ίδια περίοδο μια στροφή προς το Κέντρο, συμμετέχοντας για παράδειγμα στον εορτασμό του Γοργοποτάμου, και πασχίζοντας να αποσυνδέσει τον κρατικό αντικομμουνισμό από τις κυβερνήσεις της Δεξιάς (σ. 198-204). Στο ίδιο κλίμα, η κεντρώα θεώρηση του εμφυλίου τον έβλεπε ως «πόλεμο των άκρων» και η παραδοσιακή αριστερή είχε περάσει, τουλάχιστον απ’ τα χρόνια της ΕΔΑ, από την απότιση τιμής στη λαϊκή επανάσταση, στην επίδειξη του μαρτυρολογίου της Αντίστασης (σ. 252-253) και την απώθηση της συγκρουσιακής μνήμης. Αν λοιπόν στην Ελλάδα, στο φόντο της περεστρόικα και της διεθνούς αποκομμουνιστικοποίησης, το 1989 σήμανε το «τέλος της Μεταπολίτευσης» (την ελληνική εκδοχή του «τέλους των ιδεολογιών»), τυχόν δημοσιοποίηση των φακέλων θα θύμιζε την ενοχλητική πολυπλοκότητα των πραγμάτων: σε αντίθεση με τις διαβεβαιώσεις περί αποπολιτικοποίησης/ουδετεροποίησης του κράτους και της «οικονομίας», σε περιόδους «έκτακτες» αλλά και «κανονικές», επί δικτατοριών αλλά και επί τυπικότατων δημοκρατιών, επί δεξιών αλλά και κεντρώων κυβερνήσεων, ένα πολυάριθμο και παχυλά αμειβόμενο με κρατικό χρήμα δίκτυο κρατικών λειτουργών και πληροφοριοδοτών, δεν έπαψε να μοχθεί νυχθημερόν, όχι για την κοινωνική ειρήνη και τη δημόσια τάξη, αλλά για να βρει ή να φτιάξει στοιχεία σε βάρος εκατομμυρίων δυνητικά επικίνδυνων πολιτών, τους οποίους ακολουθούσε ως και στον καφέ: η κωμικοτραγική περίπτωση του νεοελληνιστή Νίκου Βέη (σ. 112) μόνο σήμερα, από πολύ μακριά, φαίνεται ανέκδοτο. 

Ο φρικαλέος μηχανισμός του φακελώματος είχε επινοήσει μια κλίμακα ταξινόμησης των φακελωμένων ανάλογα με την «επικινδυνότητά» τους. Η κατηγοριοποίηση αυτή, όπως δείχνει η περίπτωση του Λ.Π. που αναφέρεται στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, ήταν εξαιρετικά ρευστή: από τη μια στιγμή στην άλλη μπορούσες να ταξινομηθείς από τα ψηλά της νομιμοφροσύνης στα χαμηλά της εθνικής επικινδυνότητας. Το ελληνικό γραφειοκρατικό τέρας του φακελώματος, που ακολουθούσε εκατομμύρια ανθρώπους σε ταξίδια, νέους τόπους διαμονής, εργασίας ή φοίτησης, και βεβαίως στο στρατό, ένα δαιδαλώδες τέρας που η δράση του είχε συνέπειες πολιτικές (ως τη φυλακή ή τις εκτοπίσεις), ιδεολογικές (σκεφτόσουν διπλά να εμπλακείς στην πολιτική), κοινωνικές (η φιλία ή η συγγένεια δημιουργούσαν ενόχους, και χωρίς δήλωση δεν μπορούσες να πάρεις ούτε …άδεια οδήγησης), και φυσικά οικονομικές (η δήλωση και ο φάκελος «αποφάσιζαν» αν και πού θα βρεις δουλειά), δεν είχε απολύτως τίποτα να ζηλέψει από τις γερμανικές «Ζωές των Άλλων».

Για όλους αυτούς τους λόγους, πράγματι, πολλοί από τους εμπλεκόμενους στη σύνταξη και την οργάνωση των φακέλων είχαν λόγους να φοβούνται την περίφημη «αναμόχλευση των παθών». Ενώ η εξορία, σημειώνει κάπου ο Καραμανωλάκης, επεδίωκε να «σπάσει» τους αμετανόητους, άρα τους λιγότερους, το φακέλωμα αφορούσε δυνητικά τους πάντες.

Ποιοι αντέδρασαν στο κάψιμο των φακέλων – και γιατί;

Ο Καραμανωλάκης καταγράφει τις αντιδράσεις, συλλογικές και ατομικές, για το κάψιμο των φακέλων, που πάντως πραγματοποιείται μέσα σε γενική ομοψυχία. Από τα κόμματα, διαφωνεί καταρχάς το ΠΑΣΟΚ (που ωστόσο έχει προτείνει το κάψιμο το 1984, και που, με βάση τη λογική του Ενιαίου Συνασπισμού, στο εξής δεν θα μπορεί να μονοπωλεί τις τιμές στην Αντίσταση). Διαφωνούν επίσης η Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου και το ΚΚΕ Εσωτερικού/Ανανεωτική Αριστερά· είναι ακόμα τα χρόνια που η συμμετοχή της Αριστεράς στην κυβέρνηση δεν θεωρείται ύψιστη δικαίωση των αγώνων της. Ο διοικητής του Δημοκρατικού Στρατού Μάρκος Βαφειάδης μιλά για «κάψιμο της ιστορίας» (σ. 239). Ο αντάρτης Νίκος Κοκοβλής θεωρεί απαράδεκτη τη λογική με την οποία οι φακελωμένοι αγωνιστές ξεχωρίζουν σε πρωτοκλασάτους (2.000 άτομα, οι φάκελοι των οποίων θα φυλάσσονταν και θα άνοιγαν μια εικοσαετία μετά, σύμφωνα με το νομοσχέδιο), και δευτεροκλασάτους (οι φάκελοι των οποίων θα καίγονταν). Στον Πολίτη, ο Άγγελος Ελεφάντης γράφει ότι με το κάψιμο των φακέλων καθεμιά από τις παρατάξεις της συγκυβέρνησης επιχειρεί να σβήσει το παρελθόν της: η Δεξιά το παρελθόν των πιστοποιητικών φρονημάτων, των παρακολουθήσεων και των εκτελέσεων – η Αριστερά το παρελθόν της ένοπλης διεκδίκησης της εξουσίας (σ. 231). Ο δε Σχολιαστής αποδίδει την απόφαση σε έναν διπλό εκσυγχρονισμό του κράτους: από τη μια, εκσυγχρονισμό τεχνολογικό (με την ψηφιακή τεχνολογία, οι φάκελοι είναι πια άχρηστο «χαρτομάνι»), από την άλλη πολιτικό: έχοντας εξουδετερώσει την «ερυθρά απειλή», το κράτος είχε να ασχολείται πια με τη σλαβομακεδονική μειονότητα και την άκρα Αριστερά (σ. 269). 
Την ίδια περίοδο, ιστορικοί και αρχειονόμοι παρεμβαίνουν κατά της καύσης, παρέμβαση που τους συγκροτεί ως κοινότητα: μια κοινότητα με πεπερασμένες δυνάμεις στη δημόσια σφαίρα, όπως φαίνεται – αλλά συνεκτική επιχειρηματολογία:

[…] οι φάκελοι περιείχαν –αποδίδει ο Καραμανωλάκης– πολυάριθμα ψευδή στοιχεία και συκοφαντικές καταγγελίες εναντίον χιλιάδων πολιτών· οι ιστορικοί δεν αμφισβητούσαν αυτή την πραγματικότητα· υποστήριζαν, όμως, ότι ακόμα και αυτά τα ψευδή στοιχεία μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κρίσιμο υλικό για τη διερεύνηση νοοτροπιών, στάσεων και συμπεριφορών εντός της ελληνικής κοινωνίας […] Η μελέτη των φακέλων θα μπορούσε να δώσει στοιχεία όχι μόνο για τα αντικείμενα της παρακολούθησης, αλλά και για τα υποκείμενα: τα σώματα ασφαλείας, οι ιεραρχήσεις εντός τους, οι μηχανισμοί παρακολούθησης, οι νοοτροπίες  και οι λογικές των πληροφοριοδοτών υπέθεταν ότι θα αποτυπώνονταν στις σελίδες των αναφορών και των καταγραφών των παρακολουθήσεων (σ. 217).

Μολονότι παρόντες στη δημόσια σφαίρα, οι ιστορικοί έχασαν τελικά από τους απόντες: τους χιλιάδες ανώνυμους αγωνιστές που, σε αντίθεση με τους επώνυμους (αυτούς που συνέχιζαν στην Αριστερά), δεν κινητοποιήθηκαν και δεν ζήτησαν να μην καούν οι φάκελοι. Πολλοί από αυτούς ίσως να ήθελαν να σβηστούν οι σελίδες από τη συμμετοχή τους στην Αριστερά. Άλλοι, ιδίως όσοι είχαν υπογράψει δήλωση, πιθανότατα θα ήθελαν αυτό να ξεχαστεί (σ. 261-267).

Καταγραφή και λήθη α λα ισπανικά

Το φακέλωμα και οι ανεξέλεγκτες χρήσεις του δεν ήταν φυσικά ελληνική ιδιοτυπία. Το 2004, αναφέρει ο Καραμανωλάκης, ο Σύλλογος Πρώην Κοινωνικών Κρατουμένων της Ισπανίας παρενέβη για να ακυρωθούν φάκελοι με πληροφορίες για τη σεξουαλική ζωή των παρακολουθούμενων. Και χρειάστηκε να περάσουν 32 χρόνια μετά το θάνατο του Φράνκο, ώστε με το νόμο Θαπατέρο του 2007 η ισπανική κοινωνία να αρχίσει να ξεπερνά το «σύμφωνο λήθης» του 1977 – να ανακαλύπτει λοιπόν τις μαζικές ταφές, τους εξόριστους, τα βασανιστήρια. Με τη συμβολή του βιβλίου της Παλόμα Αγκουιλάρ Φερνάντεζ, στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα δούμε πώς παίχτηκε στην Ισπανία το παιχνίδι της μνημο-λήθης: καταρχάς από τη δικτατορία του Φράνκο, μεταξύ 1939 και 1975 – και έπειτα από τις δυνάμεις της Μεταπολίτευσης, όταν ο βασιλιάς Χουάν Κάρλος ανέλαβε την εξουσία, κατά την επιθυμία του Στρατηγού. Να το πω προκαταβολικά: μια από τις βασικές αρετές στο βιβλίο της Αγκουιλάρ είναι η σύνδεση που κάνει η ίδια ανάμεσα στην οικονομική «αποτελεσματικότητα» των τεχνοκρατών της δικτατορίας του Φράνκο, και την αναθεώρηση της μνήμης από παράγοντες του καθεστώτος, προς θέσεις που επιτρέπουν τη συγχώρεση …των θυμάτων: τη νομιμοποίηση της δικτατορίας με βάση την ασκούμενη πολιτική, και όχι πια την προέλευσή της, τον εμφύλιο, που επιβάλλεται να σκεπάσει η λήθη.

Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί την Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου.

____________________________________________

1. Βλ. σχετικά τη διατριβή της ιστορικού Μάγδας Φυτιλή, «Μνήμη, λήθη και δημοκρατία: μια σύγκριση της ελληνικής με την ισπανική περίπτωση», Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2016 (διαθέσιμη στο didaktorika.gr). 

2. Βλ. επίσης: Γιώργος Πετρόπουλος, Νίκος Χατζηδημητράκος, Ελένη Κατσιγιάννη, «Και όμως το ΠΑΣΟΚ είχε χαφιέδες και φακέλωνε τα κόμματα», Εφημερίδα των Συντακτών, 30.12.2017.