Die / let die. Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

«Η κάθε πράξη ενός ανθρώπου, η κάθε επιλογή στη ζωή, αποτελεί και μια πρόταση στην κοινωνία». Αυτές τις μέρες ξαναξεφυλλίζω το μυθιστόρημα του αναρχικού Κώστα Γουρνά, τη «Βαρύτητα στο ή». Περιττό, νομίζω, να εξηγήσω το γιατί: Κρατούμενος για τη συμμετοχή στον «Επαναστατικό Αγώνα», που ομολόγησε ο ίδιος, ο Γουρνάς δεν αμφιβάλλει για το δίκιο της επαναστατικής υπόθεσης· έχει, όμως, το θάρρος (για αίσθηση της πολιτικής ευθύνης πρόκειται, κι ας έχει ταλαιπωρηθεί η φράση από την απέναντι πλευρά) να αναρωτιέται δημόσια για τα μέσα. Να αναρωτιέται, όχι θεωρητικολογώντας μετ’ ευτελείας. Και σίγουρα όχι ως κάποιος που «στοχάζεται» γενικώς περί ηθικής, εκ του ασφαλούς.  

Η δημόσια κατάθεση της αμφιβολίας για τα μέσα είναι παλιά υπόθεση – ακόμα, όμως, έχει σημαντικά πράγματα να μας πει. Ηγετικό στέλεχος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της πιο μαζικής και πιο «γειωμένης» σε εργατικούς χώρους ένοπλης οργάνωσης στην Ευρώπη, ο Μάριο Μορέτι είναι από τους Ταξιαρχίτες που μίλησαν εκτενώς για την «κριτική των όπλων»: τη νομιμοποίησή της, την επαύριο της Πιάτσα Φοντάνα – αλλά και τις αυταπάτες, ως και την ήττα της. Εξηγώντας στη Ροσάνα Ροσάντα και την Κάρλα Μόσκα πώς πρωτοσχεδιάστηκε το σήμα της οργάνωσης, το κυκλωμένο αστέρι, ο Μορέτι διακόπτει σε κάποια στιγμή την αφήγηση: «άσε, μην μπουν ιδέες πάλι σε κανέναν».

Στέκομαι στις δύο αυτές μαρτυρίες, ανάμεσα σε πολλές, γιατί η ιστορία της ένοπλης αντιπαράθεσης με την εξουσία, σε εποχές πολιτικής κρίσης όπως η σημερινή, δεν αρχίζει σήμερα, από το μηδέν – όσες ευκολίες κι αν γράφονται, ένθεν και ένθεν, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στέκομαι γιατί, όπως ωραία το είχε θέσει η Ροσάντα, πρόκειται για κλαδιά του δικού μας οικογενειακού δέντρου – και ως γνωστόν, τις οικογένειες δεν τις επιλέγεις μεν, δεν υποχρεώνεσαι όμως και να αγαπάς όλα τα μέλη τους εξίσου. Κυρίως, όμως, στέκομαι γιατί η συζήτηση μετά την απόπειρα κατά του Λουκά Παπαδήμου έχει ξεφύγει κατά πολύ από το θύμα και τους δράστες, την ερμηνεία, το σκοπό και τα μέσα της επίθεσης. Αναμενόμενα, θα πει κανείς. Πάντως σίγουρα πολύ μακριά.

Φτάνει το σημερινό πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής», που τυπώθηκε πριν την εισαγγελική παρέμβαση κατά του δημοσιογράφου Γιάννη Φιλιππάκη, για να καταλάβει κανείς περί τίνος πρόκειται: Δεκαπέντε χρόνια μετά την εξάρθρωση της «17Ν», δεκαπέντε χρόνια δηλαδή με την ακροαριστερή και την αναρχική ένοπλη δράση σε ύφεση (αρκεί να συγκρίνει κανείς τι γινόταν ως το ‘89 και τι σήμερα), οι στόχοι της φιλελεύθερης και κρατικής «Αντιτρομοκρατίας» κάνουν ήδη τον Παπαδήμο το δευτερεύον ζήτημα. Το βασικό είναι πια η «γλώσσα του μίσους» και «η απροσχημάτιστη χρήση διχαστικού λόγου», ο «λαϊκισμός» που οπλίζει χέρια και η επαναστατική επαγγελία του «νέου ανθρώπου», το facebook και το twitter που προωθούν ολοκληρωτικές ιδεολογίες, οι «ξένοι που έρχονται για επαναστατικό τουρισμό στην Ελλάδα» και «τα πανεπιστήμια που έχουν μετατραπεί σε κέντρα χούλιγκαν».

Η προσαγωγή (;) του Φιλιππάκη, για μια χυδαία κατά τα άλλα ανάρτηση, δείχνει ότι δεν πρόκειται απλά για «υπερβολές». Αντίθετα, κάνει να μοιάζει ξεπερασμένη την προειδοποίηση της Ξένιας Κουναλάκη, επίσης στην ίδια εφημερίδα, για το πού μπορεί να φτάσει η τρομοϋστερία, μετά και τον γερμανικό νόμο που περιορίζει την έκφραση στα σόσιαλ μίντια.

Δεν τηρούνται καν τα προσχήματα: η Αντιτρομοκρατία «φιλελεύθερης» κοπής δεν ενδιαφέρεται απλά για την κοινωνική ειρήνη ή, έστω, την αποκατάσταση του «κρατικού μονοπωλίου στη νόμιμη βία». Αυτό που επιδιώκει, με τη θεωρία του «παγόβουνου», είναι το κρατικό μονοπώλιο στην πολιτική. Η λογική είναι απλή: η επιστολική τρομοκρατία είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου: το παγόβουνο είναι οι εγκληματογόνες ιδέες – και η διακίνησή τους (στο Πανεπιστήμιο, τα Μέσα Ενημέρωσης, τη Βουλή), η ηθική αυτουργία και η προπαρασκευή εγκληματικών πράξεων.

 «Πόσο σοβαρά μπορεί να πάρει κανείς τους Μπογδάνους της τηλεόρασης και των εφημερίδων;». Η υπόθεση Στουρνάρα-Φιλιππάκη είναι ήδη μια πρώτη απάντηση, αλλά όχι η μόνη. Η «ιδεοκρατική» εξήγηση της ατομικής τρομοκρατίας, όπως μέχρι πρόσφατα του «ολοκληρωτισμού», η ερμηνεία δηλαδή της ένοπλης βίας ως φυσικής συνέχειας των «ιδεών» και του πολιτικού «διχασμού» (όχι ως απόρροιας του εξουσιαστικού κυνισμού και της διαχείρισης της οικονομικής κρίσης με όρους «live and let die»), δεν είναι απλά μια διαφορετική μέθοδος να εξηγείς τα πράγματα. Εισηγούμενη πολιτική, διευρύνει εξωφρενικά τον κύκλο των υπόπτων για τρομοκρατική δράση. Αφήνοντας εκτός συζήτησης το «let die» και το «μπλοκάρισμα» της πολιτικής ως διαστάσεις άσχετες με τη γοητεία της βίας, επιδιώκει να συρρικνωθεί κι άλλο το πεδίο της νόμιμης πολιτικής, επί το λιγότερο «διχαστικό». Να επιτηρούνται, λοιπόν, ως δυνάμει εγκληματίες οι φορείς «διχαστικών» ιδεών, για να προλάβουμε τους παγιδευμένους φακέλους του μέλλοντος. Το ψυχροπολεμικό ίχνος είναι εμφανές: τι θα ήταν άραγε ο εγκληματικός κομμουνιστο-συμμοριτισμός χωρίς την μαρξιστική «κατήχηση» – και τι η σταλινική «πραγμάτωση» χωρίς τη λενινιστική προαναγγελία;

Για τον φιλελεύθερο ερντογανισμό, η ατομική τρομοκρατία είναι απλώς η αφορμή. Τακτικά, ο στόχος είναι η ολική επαναφορά των ηττημένων του «ΝΑΙ»· στρατηγικά, η «προληπτική θωράκιση της κοινωνίας», δηλαδή του κράτους, που υποτίθεται την «εκπροσωπεί», έναντι του ευγενούς μίσους: όσων δεν ελπίζουμε στην Αριστερά της γραβάτας, του 67% των νέων που δήλωσαν ότι θα συμμετείχαν ευχαρίστως σε εξέγερση κατά της κυβέρνησης, των εκατοντάδων χιλιάδων που δεν ζουν με τα επιδόματα, εξού και δεν περιμένουν μια ρύθμιση του χρέους γύρω στο 2060. Αυτές είναι οι ομάδες «υψηλού κινδύνου», πολιτικού και κοινωνικού. Κι η θεωρία της «μηδενικής ανοχής στον λόγο του μίσους», στα φεϊσμπουκικά «σπασμένα παράθυρα»[1] ή τις καταλήψεις, αυτές τις ομάδες θέτει στο στόχαστρο.

Ακόμα και στα χρόνια του πιο αιματηρού εμφυλίου, οι μαύρες και οι κόκκινες σημαίες έγραφαν «ζήτω η ζωή». Γι’ αυτό και η συζήτηση για τα μέσα του αγώνα, όπως σε κάθε εποχή, είναι και σήμερα επιβεβλημένη – τουλάχιστον για όσες και όσους δεν αρκούνται στην διαδικτυακή προπαγάνδα μεταξύ ομοϊδεατών. Η συζήτηση αυτή, ωστόσο, έχει εξίσου επιβεβλημένη αφετηρία: η Αντιτρομοκρατία, ιδίως σήμερα, δεν είναι μια δημοκρατική ηθική κριτική για τα μέσα της πολιτικής. Το βασικό γι’ αυτήν είναι ο σκοπός: η συνέχεια του απεχθούς «live and let die», με όλα τα μέσα.

 

[1] Βλ. σχετικά: George Kelling, James Q. Wilson, Broken windows, The Atlantic, March 1982 [https://www.theatlantic.com/magazine/archive/1982/03/broken-windows/3044.... Επίσης, Μυρτώ Αρετάκη, «Τα ‘σπασμένα τζάμια της Νέας Υόρκης», The Press Project, 11.12.2014.