Το Despacito και η νέα εργατική τάξη των Η.Π.Α.. Του Γιάννη Βούλγαρη

Διαβάζουμε σε ένα άρθρο των Financial Times:

«Κάθε άνοιξη, τα στελέχη της μουσικής βιομηχανίας ψάχνουν ανάμεσα σε χιλιάδες κομμάτια, αυτό που θα γίνει ‘‘το τραγούδι του καλοκαιριού’’, ψάχνουν δηλαδή το τραγούδι που θα γίνει το απόλυτο hit και θα παίζει από εστιατόρια, μέχρι ραδιόφωνα και στερεοφωνικά αυτοκινήτων.

Το αδιαμφισβήτητο φαβορί για φέτος είναι ένα ισπανόφωνο reggaeton κομμάτι, που ηχογραφήθηκε από δύο Πορτορικανούς: τον Luis Fonsi, έναν τραγουδιστή γνωστό για τις αργές ‘‘ρομαντικές’’ του μπαλάντες, και τον ράπερ Daddy Yankee.

Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, το τραγούδι τους, ‘‘Despacito’’, του οποίου η διανομή έγινε από την Universal Music, βρίσκεται στην κορυφή των μουσικών charts σε 35 χώρες. Πριν λίγες ημέρες μάλιστα, το Despacito ακούστηκε μέσω υπηρεσιών όπως το Spotify, περισσότερες από 4,6 δισεκατομμύρια φορές – τις περισσότερες στην ιστορία της ψηφιακής διανομής μουσικής.

Το δημοφιλέστερο τραγούδι στον κόσμο είναι ισπανόφωνο για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Η μουσική βιομηχανία, η οποία δέχτηκε συντριπτικά χτυπήματα από την πειρατεία, έχει αναγάγει την ψηφιακή διανομή σαν μια νέα πηγή αύξησης εσόδων. Οι ακροατές ανά τον κόσμο έχουν ξεκινήσει να χρησιμοποιούν υπηρεσίες όπως το Spotify, μέσω της οποίας αγοράζουν την πρόσβασή τους σε 30 εκατομμύρια κομμάτια με το απλό άγγιγμα της οθόνης του smartphone τους.

Η ‘‘στροφή’’ αυτή, καταγράφεται πιο καθαρά από οπουδήποτε αλλού στη Λατινική Αμερική, όπου η αναπτυσσόμενη εργατική τάξη, έχει… παρατήσει τα CD για την ψηφιακή διανομή. Το ποσοστό της αγοράς μουσικής σε παραδοσιακές μορφές (LP, CD) στη Λατινική Αμερική έχει πέσει πλέον μόλις στο 1/5, το μικρότερο ποσοστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα έσοδα από την ψηφιακή διανομή σημείωσε άνοδο 57% μόνο τον τελευταίο χρόνο, τροφοδοτώντας μια άνοδο των κερδών της μουσικής βιομηχανίας κατά 12%, σχεδόν διπλάσια από τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Με 350 εκατομμύρια δυνητικούς ακροατές μόνο στο Μεξικό και στη Βραζιλία, οι ισπανόφωνοι είναι πολύ πιθανό να συνεχίσουν να καθορίζουν τα παγκόσμια hits. Η επιτυχία του ‘‘Despacito’’ αποδεικνύει πως οι δισκογραφικές, με την βοήθεια του Spotify και της Apple, μπορούν να διανείμουν ένα τραγούδι πολύ πιο μακριά από το τοπικό κοινό. Έπειτα από χρόνια επενδύσεων, πλέον ‘‘μπορούμε γρήγορα να μετατρέψουμε τραγούδια από αγορές όπως η Βραζιλία, το Μεξικό και η Ισπανία σε παγκόσμιες επιτυχίες’’, δήλωσε στους Financial Times ο Lucian Grainge, επικεφαλής της UMG. Η ίδια η UMG (η μεγαλύτερη δισκογραφική στον κόσμο) έχει κέρδη 3 εκατ. δολαρίων από το Despacito, μόνο από την Αμερική, κατά τις εκτιμήσεις του Billboard.

Ο Jesus Lopez, στέλεχος της Universal Music στη Λατινική Αμερική, ο οποίος βρισκόταν πίσω από το Despacito, δηλώνει πως η διανομή έχει ‘‘δημοκρατικοποιήσει τη μουσική κατανάλωση’’, βάζοντας την Latin μουσική στα charts για πρώτη φορά. ‘‘Στο παρελθόν έπρεπε να πείσουμε τους ραδιοφωνικούς σταθμούς για να παίξουν ένα κομμάτι, όμως τώρα είτε βρίσκεσαι στη Γαλλία, είτε στην Ιταλία, βλέπεις ένα δημοφιλές κομμάτι και μπορείς να το ακούσεις άμεσα’’ δηλώνει ο ίδιος.

Το πρώτο -και τελευταίο έως τώρα- ισπανόφωνο τραγούδι που κατέκτησε τα βρετανικά και αμερικανικά charts ήταν το ‘‘Macarena’’. Πήρε χρόνια στον Jesus Lopez να φέρει το εν λόγω τραγούδι στην αμερικανική αγορά, και τα κατάφερε μόνο αφού ο Bill Clinton χόρεψε στους ρυθμούς του κομματιού, στο Συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος το 1996.»[1]

Κάτι αντίστοιχο συνέβη και πριν από λίγες μέρες. Στις 14/7/17, οι Emmanuel Macron και Donald Trump παρακολούθησαν στρατιωτική παρέλαση που έγινε για τον εορτασμό της Ημέρας της Βαστίλης, αλλά και εις μνήμην των θυμάτων της τρομοκρατικής επίθεσης στην Nice, στις 14/7/16.

Η στρατιωτική μπάντα έπαιξε κομμάτια του γαλλικού pop duo ‘‘Daft Punk’’, μεταξύ αυτών και το παγκόσμιο hit του 2013, «Get lucky». Αυτό το φαινόμενο είναι συνηθισμένο για τα αμερικανικά δεδομένα, αφού οι συναυλίες διάφορων pop stars σε μαζικές προεκλογικές συγκεντρώσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του marketing προώθησης της αμερικανικής «πολιτικής», ως μέρος της εγχώριας show biz.

Όσον αφορά την Ευρώπη, όμως, αυτό είναι κάτι πρωτόγνωρο. Είναι το πιο σαφές δείγμα ότι η σύγχρονη εξουσία έχει κόψει κάθε δεσμό με το παρελθόν της, τις αστικές τάξεις των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, και με το πολιτισμικό υπόβαθρο το οποίο αυτές είχαν. Αυτό που κάποτε φάνταζε μακρινό, είναι πλέον πραγματικότητα: η μετάβαση από τον (ενίοτε δήθεν) ημι-λόγιο πολιτικό, στον αγράμματο τεχνοκράτη ή τον λομπίστα κεφαλαιοκράτη που «ξέρει την δουλειά» . Αυτή η μετάβαση έχει ολοκληρωθεί, με τους Macron και Trump να αποτελούν  χαρακτηριστικά παραδείγματα των δύο κατηγοριών. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να ειδωθεί ως κάτι που βλάπτει πρωτίστως την κυριαρχία της εξουσίας, καθώς καταργεί ένα είδος απόστασης ανάμεσα σε αυτήν και την κοινωνία, η οποία δημιουργούσε μια αίσθηση ασφάλειας για τους κυβερνόντες.

«Το να δημιουργήσεις hit είναι πολύ πιο γρήγορη διαδικασία σήμερα, σε σχέση με την εποχή του Bill Clinton: To Despacito έφτασε στο παγκόσμιο κοινό, μέσα σε ένα μήνα. Παρότι το κομμάτι ήταν hit από την αρχή, φτάνοντας σε μια μέρα τα 5 εκατομμύρια views στο Youtube, η προσθήκη του Justin Bieber το ανέβασε και στις ΗΠΑ. Δύο μέρες αφού το άκουσε σε ένα νυχτερικό club στην Κολομβία, ο Καναδός pop star ηχογράφησε μια διασκευή του, που μια βδομάδα αργότερα ήταν πρώτη στα αμερικανικό chart.

Η υστερία γύρω από το Despacito αποδεικνύει επίσης  την επιρροή των λιστών αναπαραγωγής του Spotify, η μεγαλύτερη εκ των οποίων φτάνει σε εκατομμύρια ακροατές. Το Spotify αρχικά προσθέτει ένα κομμάτι στις τοπικές playlist, και αν αυτό «πιάσει», όπως μετρά ο αλγόριθμος του Spotify, προχωρά σε ευρύτερες playlists και προοπτικά σε παγκόσμιο επίπεδο.»[1]

Η επέλαση των ισπανόφωνων τραγουδιών στην μουσική βιομηχανία έχει συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική προέλευση. Τα προηγούμενα χρόνια κυριαρχούσε, ως μουσική των φτωχών αμερικανικών στρωμάτων (και ιδιαίτερα των μαύρων), η ραπ μουσική. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχει ενταθεί η περιθωριοποίηση των μαύρων, με αποκορύφωμα τις εξαιρετικά συχνές δολοφονίες αφροαμερικανών από αστυνομικούς, και παράλληλα, έχει ενισχυθεί πληθυσμιακά το λατινοαμερικάνικο στοιχείο, εξαιτίας της μαζικής μετανάστευσης.

Με δεδομένο ότι οι ισπανόφωνοι μετανάστες των Η.Π.Α. εργάζονται στις πιο σκληρές δουλειές, σε συνθήκες εξαθλίωσης, υπάρχει καλύτερος τρόπος για την Αμερική να αγκαλιάσει την νέα της εργατική τάξη, από την πολιτιστική  αφομοίωση, μέσω της μαζικής κουλτούρας; Στην ίδια κατεύθυνση γίνεται και η ταχύρυθμη ανάπτυξη και διαφήμιση του ποδοσφαίρου στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τις ομάδες να απαρτίζονται, αλλά και να παρακολουθούνται κυρίως από λατινοαμερικάνους.  

Μια αντίστοιχη μεταβολή υπάρχει και στις αμερικάνικες αστυνομικές σειρές: Οι χαρακτήρες των ισπανόφωνων «εγκληματιών» έχουν μειωθεί δραματικά, ενώ έχουν αυξηθεί οι «εγκληματίες» με καταγωγή από την Μέση Ανατολή και την βόρεια Αφρική. Παράλληλα, αυξήθηκαν οι χαρακτήρες λατινοαμερικάνων αστυνομικών ή στρατιωτών. Αντίστοιχη είναι και η αύξηση του ισπανόφωνου στοιχείου στα reality shows.

Αυτή η μεγάλη κινητοποίηση για την ενσωμάτωση των λατινοαμερικάνων εξηγείται και από το εξής στοιχείο: στην πλειοψηφία τους έρχονται από χώρες με μεγάλη ιστορία κοινωνικών αγώνων, οι οποίες μάλιστα υφίσταντο διαρκή εκμετάλλευση από τις αμερικάνικες πολυεθνικές και την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Επομένως, εκτός των άλλων, οι ισπανόφωνοι αποτελούν μια κοινωνική ομάδα που μπορεί να πολιτικοποιηθεί και να αντιδράσει πολύ πιο εύκολα από τις άλλες.

Στην λογική της ενσωμάτωσης αυτής της κοινωνικής ομάδας προσαρμόστηκε, μετά την εκλογή του, και ο Donald Trump. Απέσυρε εντελώς την ρητορική του κατά των μεταναστών, ανέστειλε  το χτίσιμο του «Τείχους» στα σύνορα με το Μεξικό, και κατέληξε να μιλά για «Επαναδιαπραγμάτευση και όχι ακύρωση της NAFTA [Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών]», σε αντίθεση τις προεκλογικές του εξαγγελίες.

Βέβαια, η NAFTA δεν καταργείται για έναν ακόμη λόγο: Αυτή η συμφωνία είχε δημιουργήσει «κίνητρα για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, προκειμένου να μεταφέρουν επενδύσεις και θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους που απορρέουν από τη μετακίνηση της παραγωγής σε χώρες χαμηλού κόστους εργασίας. Οι μικρές επιχειρήσεις [του Μεξικό] δεν άντεξαν στον ανταγωνισμό των αμερικανικών πολυεθνικών και πολλές χρεοκόπησαν. […] Οι εργάτες έσπευσαν να δουλέψουν στα εργοστάσια των πολυεθνικών, τα οποία μετεγκαταστάθηκαν στις ειδικές οικονομικές ζώνες (maquiladoras) των μεξικανικών συνόρων με τις Η.Π.Α.»[2]

Αυτές οι συνθήκες, σε συνδυασμό με την δράση του Δ.Ν.Τ. σε χώρες όπως η Αργεντινή,  ήταν η αιτία μαζικοποίησης των ρευμάτων μετανάστευσης από την Νότια Αμερική προς την Βόρεια, και έδωσαν επίσης «τη δύναμη σε χιλιάδες πολυεθνικές να παρακάμψουν τα εγχώρια δικαστήρια και να ενάγουν ολόκληρες κυβερνήσεις σε διαιτητικά δικαστήρια ιδιωτών νομικών. Τα δικαστήρια αυτά μπορούν να επιβραβεύουν τις επιχειρήσεις με απίστευτα ποσά, τα οποία πληρώνονται από τους φορολογούμενους πολίτες, μεταξύ άλλων και για την απώλεια των προβλεπόμενων κερδών τους. Το μόνο που χρειάζονται αυτές οι επιχειρήσεις είναι να πείσουν τους ιδιώτες νομικούς των δικαστηρίων ότι η νομοθεσία μιας εκ των τριών χωρών -που μπορεί να αφορά, για παράδειγμα, την προστασία του περιβάλλοντος- παραβιάζει τα δικαιώματά τους που απορρέουν από τη NAFTA.»[2]

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτισμική κυριαρχία δεν αφορά μόνο ένα κομμάτι της κοινωνίας, την διαπερνά στο σύνολό της. Η ελαφρά μετατόπιση του κέντρου βάρους της κυρίαρχης κουλτούρας, προκειμένου να καταστεί πιο προσιτή στο νέο κοινό, δεν συνεπάγεται επουδενί την ουσιαστική κοινωνική ενσωμάτωσή του. Απεναντίας, συμβάλλει στην αποξένωσή του από τα όποια υπολείμματα λατινοαμερικάνικης λαϊκής κουλτούρας έχουν διασωθεί, και το τοποθετεί στην ανακαινισμένη αρένα του κοινωνικού κανιβαλισμού.

Η Βιομηχανία της Διασκέδασης προσφέρει κάτι νέο που είναι πάντα ίδιο, σε νέα μέλη της κοινωνίας που θέλουν να νιώσουν ίδια με τα υπόλοιπα. Η διαρκής δήθεν ενσωμάτωση ξένων στοιχείων είναι ο πιο βολικός τρόπος να νιώθει μια κοινωνία ότι ανανεώνεται, και διαρκώς να μένει ίδια.

 

———

[1] Αυτό είναι το μυστικό της επιτυχίας του Despacito, «insider.gr», 19/7/17 (από τους «FINANCIAL TIMES»)

[2] Ο Τραμπ «πυροβολεί» τη NAFTA, Μπάμπης Μιχάλης, «efsyn.gr», 24/1/17

*Σχεδόν όλα τα αποσπάσματα έχουν υποστεί επεξεργασία.

Πηγή: yabasta.gr