Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ!

Η Ελένη Γκουραμάνη-Νανακούδη πέθανε το περασμένο Σάββατο σε ηλικία 85 ετών στον Χορτιάτη Θεσσαλονίκης.

Έζησε περνώντας κυριολεκτικά διά πυρός και σιδήρου, ως μία από τους ελάχιστους μάρτυρες που επέζησαν από το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη. Ο Χορτιάτης κάηκε στις 2 του Σεπτέμβρη 1944 από Γερμανούς και ταγματασφαλίτες του Σούμπερτ που δολοφόνησαν εν ψυχρώ 149 χωρικούς, κυρίως γυναικόπαιδα, ηλικίας από 2 μηνών μέχρι 88 ετών. Εμβληματικό είναι το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο φούρνος του Γκουραμάνη -θείου της δεκάχρονης τότε Ελένης-, ο οποίος πυρπολήθηκε μαζί με τους ανθρώπους που νόμιζαν ότι θα έβρισκαν εκεί καταφύγιο και από τον οποίο κατάφερε η Ελένη να βγει ως εκ θαύματος και να σωθεί.  

Ελένη Γκουραμάνη-Νανακούδη

Εζησε περνώντας κυριολεκτικά διά πυρός και σιδήρου, ως μία από τους ελάχιστους μάρτυρες που επέζησαν από το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη. Ο Χορτιάτης κάηκε στις 2 του Σεπτέμβρη 1944 από Γερμανούς και ταγματασφαλίτες του Σούμπερτ που δολοφόνησαν εν ψυχρώ 149 χωρικούς, κυρίως γυναικόπαιδα, ηλικίας από 2 μηνών μέχρι 88 ετών. Εμβληματικό είναι το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο φούρνος του Γκουραμάνη -θείου της δεκάχρονης τότε Ελένης-, ο οποίος πυρπολήθηκε μαζί με τους ανθρώπους που νόμιζαν ότι θα έβρισκαν εκεί καταφύγιο και από τον οποίο κατάφερε η Ελένη να βγει ως εκ θαύματος και να σωθεί.  

Ενα απόσπασμα από τη μαρτυρία της, όπως καταγράφηκε στην εφημερίδα «Χορτιάτης 570» το 1992, είναι ο μόνος τρόπος να την αποχαιρετήσουμε σήμερα, λέγοντάς της, όπως το ήθελε, ότι Δεν Θα Ξεχάσουμε Ποτέ. 

«Οι γερμανοί και οι ταγματαλήτες μάς μαζέψανε όλους και μας οδήγησαν στον κήπο του Μπατάτσιου. (…)
Σε λίγο ήρθε ο Τσαγκαλής ο Πέτρος με τον αδελφό του τον Τάκη κλαίγοντας και μας είπανε πως σκότωσαν τη μάνα τους στο σπίτι, κόψανε τα δάχτυλά της και της πήρανε τα δαχτυλίδια.
Τότε συνειδητοποιήσαμε τι μας περιμένει. (…) 

Μας οδήγησαν στον φούρνο του (Γκουραμάνη). Εγώ πιάστηκα από την ποδιά της αδελφής μου που ήταν 20 χρονών και εγώ 10 και της είπα “Ολγα μου θα μας σκοτώσουν”.
“Μη φοβάσαι, μου απάντησε, τα μικρά δεν θα τα πειράξουν. Μόνο εμάς τους μεγάλους”.
Ερχεται μετά ένας ταγματαλήτης και στήνει ένα οπλοπολυβόλο στην πόρτα. (…)
Αφού έριξε όσες σφαίρες μπορούσε, έριξε μετά μια σκόνη εμπρηστική και πήραμε φωτιά.
Είχαν ρίξει και μπάλες με χόρτο για να καούμε καλύτερα.
Εγώ γύρισα τότε και είδα τη Μαρίκα του Θεοφάνη με τα μυαλά πεταγμένα από σφαίρα. Η μάνα του ήταν σκοτωμένη, αλλά και η αδελφή μου, που η σφαίρα τη βρήκε στο κεφάλι, βγήκε και σφηνώθηκε στην αριστερή μου παλάμη.
Δυο σφαίρες με είχανε βρει και στα δύο μου γόνατα.
Αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα ακόμα. 

Τότε είδα ζωντανή τη Σοφία, του Παναγιώτη του Αγγελινούδη τη γυναίκα, με το μωρό στην αγκαλιά να κατεβαίνει τη σκάλα.
Πήγα κοντά της, πιάστηκα από τη φούστα της και κατεβήκαμε μαζί.
Ο φούρνος καιγότανε από παντού και άρχισε να πέφτει η σκεπή.
Κάτω ήταν όλες σκοτωμένες και πατούσαμε πάνω στα πτώματα. Είχαμε βουτηχτεί στο ζεστό το αίμα!
Ακόμη δεν είχα πάρει είδηση ότι είχα τραυματιστεί στα δύο πόδια και στο χέρι. Ο τρόμος γύρω δεν με άφηνε να σκεφτώ τίποτα.
Δεν προλάβαμε να κατεβούμε και εμφανίστηκε στην εξώπορτα ένας ταγματαλήτης και με μαχαίρι έκοψε τον λαιμό της Σοφίας της Αγγελινούδη.
Εγώ ήμουν πίσω της και έτσι χωρίς να με πάρει είδηση τρύπωσα κάτω από έναν πάγκο. (…) 

Σε λίγο βγήκα έξω γιατί η φωτιά έκαιγε τα πάντα και είδα καμιά δεκαριά σκοτωμένους.
Επεσα πάνω τους και εκεί είδα και την Τερψιχόρη, τη γυναίκα του Γρηγόρη του Λασκαρίδη, σκοτωμένη και να θηλάζει το παιδί της.
Το αίμα της πεταγόταν σαν βρύση και με έλουζε ολόκληρη. Το μωρό έκλαιγε και βύζαινε μαζί. (…)
Οι νέες γενιές πρέπει να γνωρίζουν τι περάσαμε. Για να μην ξαναγίνουν τα ίδια εγκλήματα.
Για να κυριαρχήσουν τα ειρηνικά ιδανικά ανάμεσα στους ανθρώπους (…)».

 

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών