Ασφάλεια: Να ζεις σε σπίτι, που κι αυτό μόνο δεν αρκεί. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Νίκος Κουραχάνης, Πολιτικές στέγασης προσφύγων. Προς την κοινωνική ενσωμάτωση ή την προνοιακή εξάρτηση (πρόλογος: Δημήτρης Χριστόπουλος), Τόπος 2019, σσ. 222

 

Aπό το γκρέμισμα του «Ορφανοτροφείου» στη Θεσσαλονίκη, το 2016, ως τις τωρινές αθλιότητες της ΝΔ, που συνδέει τις καταλήψεις στέγασης προσφύγων με τη διακίνηση ναρκωτικών, όλο και πιο συχνά θυμόμαστε πόσο λίγο κράτησε το καλοκαίρι της ευρωπαϊκής φιλοξενίας. Ήταν τότε που η καγκελάριος Μέρκελ δήλωνε σε αισιόδοξους τόνους: «Έχουμε χειριστεί ένα σωρό πράγματα – θα χειριστούμε και την κατάσταση αυτή» (31.8.2015). Τριάμισι χρόνια μετά, κι ενώ το σύστημα υποδοχής προσφύγων έχει (αφεθεί να) καταρρεύσει στην Ελλάδα, η διάδοχός της Μέρκελ στο τιμόνι των Χριστιανοδημοκρατών, η Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπαουερ, συνοψίζει σε μια φράση πόσο μακριά είναι πια εκείνο το καλοκαίρι: «Πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε ώστε κάτι σαν το 2015 να μην ξανασυμβεί» (11.2.2019).

Αυτά τα τέσσερα χρόνια το ακούσαμε και το διαβάσαμε τόσες φορές, που κοντέψαμε στο τέλος να το πιστέψουμε: το καλοκαίρι του 2015, η Ευρώπη και ιδίως η χώρα μας, λόγω γεωγραφικής θέσης, έζησαν μια «προσφυγική κρίση». Οι αριθμοί το αποδείκνυαν, τάχα, πέρα από κάθε αμφιβολία: το 2014 ήρθαν στην Ελλάδα 43.318 άτομα – 861.630 το 2015 και 177.234, το 2016. Μπορούσε άραγε μια Ευρώπη (και μια Ελλάδα) σε οικονομική κρίση να ανταποκριθεί;

Οι προφανείς σπάνια είναι οι σωστές απαντήσεις. Ερευνητές που ασχολήθηκαν αυτά τα χρόνια με το προσφυγικό έδειξαν πως η κρίση διαχείρισης των προσφυγικών ροών δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους Ευρωπαίους πολιτικούς. Όχι με κάποια σκοτεινή συνωμοσία, αλλά «μέσω ημιτελών πρακτικών, προκειμένου στη συνέχεια να νομιμοποιήσουν τις πολιτικές κατασταλτικού ελέγχου» (σ. 72). Η αίσθηση της κρίσης επιβάλλει, και στην περίπτωσή μας δικαιολόγησε, «έκτακτα μέτρα»: στον πόλεμο πηγαίνει κανείς με τα μέσα του πολέμου. Όμως ο Κουραχάνης εξηγεί ότι η ανάγνωση αυτή είναι ιδεολογική: κρύβει περισσότερα απ’ όσα φανερώνει:

Μέσα στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζουν περίπου μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι. Κατά το έτος 2015, η Ε.Ε. δέχθηκε περίπου ένα εκατομμύριο πρόσφυγες. Πρόκειται για έναν πληθυσμό που μία δίκαιη ποσόστωσή του στο σύνολο των κρατών-μελών θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρακτικές μετεγκατάστασης με σχετικά ομαλό τρόπο [Όμως], αντί μιας δίκαιης διασποράς των εισερχόμενων πληθυσμών, επελέγη η ενίσχυση του ελέγχου στα εξωτερικά σύνορα (σ. 45).

Να πού συμβάλλει το βιβλίο του Κουραχάνη: ο ίδιος δεν βλέπει την πολιτική για το προσφυγικό αποκλειστικά ως ζήτημα αποπολιτικοποιημένης «διεθνούς διακυβέρνησης», ούτε μένει στη ορατή πλευρά του, στην ενίσχυση δηλαδή των συνόρων και τις ρητορείες περί ασφάλειας. Αντίθετα, βλέπει την μεταναστευτική και προσφυγική ως κοινωνική πολιτική: ως πολιτική που «ορίζει κριτήρια για την είσοδο, την απασχόληση και την εγκατάσταση σε μια χώρα, προσδιορίζοντας έτσι συνθήκες ζωής»[1] και όρια ένταξης στον κόσμο των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Το ζήτημα (και) στο προσφυγικό, αυτό που δεν βλέπουμε όταν βλέπουμε συνοριοφύλακες ή πάνοπλους μπάτσους να κυνηγούν μωρομάνες στα Εξάρχεια, είναι η ανυπαρξία κοινωνικής πολιτικής. Και η πραγματικότητα αυτή προηγείται κατά πολύ της υποτιθέμενης «προσφυγικής κρίσης», τόσο στην Ευρώπη όσο και στη χώρα μας.

Σήμερα βλέπουμε τα αποτελέσματα. Όμως είναι πάνω από πενήντα χρόνια, μας λέει ο Κουραχάνης, που αμφισβητείται η ικανότητα του κράτους να εγγυηθεί κοινωνικά δικαιώματα. Η αμφισβήτηση αυτή, που δεν συμβαίνει μόνο στον κόσμο των ιδεών, σήμανε μέχρι τώρα τρία πράγματα:

* πρώτον, την ενθάρρυνση του «προνοιακού πλουραλισμού» (welfare pluralism): αφού το κράτος ήταν, υποτίθεται, ανίκανο να αντεπεξέλθει, και σε κάθε περίπτωση αναποτελεσματικό, μέρος των αρμοδιοτήτων του θα αναλάμβαναν στο εξής περισσότεροι φορείς – μη κυβερνητικές οργανώσεις, φιλανθρωπικά σωματεία, η αγορά.

* δεύτερον, αφού το κράτος δεν μπορούσε να φροντίζει για όλους, η κοινωνική πολιτική όφειλε στο εξής, αντί να επιδιώκει την κοινωνική ευημερία, να διαχειρίζεται ατομικές περιπτώσεις ακραίας φτώχειας και να εξασφαλίζει παροχές σε είδος αποκλειστικά για τους ακραία φτωχούς – τα «υπολείμματα» της κοινωνίας.

* τρίτον, με «τον συγκεκριμένο τρόπο προβολής των ακραία φτωχών επιχειρήθηκε η μεταστροφή της ερμηνείας του φαινομένου της φτώχειας από τα δομικά αίτια, ξανά, πίσω στα ατομικά: Φταίνε οι φτωχοί που είναι φτωχοί» (σ. 30-5). Αυτός που φταίει, έχει και την ευθύνη να βελτιώσει τη θέση του μόνος του.

Αυτός είναι ο βασικός ισχυρισμός του Κουραχάνη: ό,τι συνέβη στην Ελλάδα με τη στέγαση των προσφύγων στα χρόνια της υποτιθέμενης «προσφυγικής κρίσης», δεν αφορά μόνο τους πρόσφυγες:

είναι μία επιμέρους όψη των υπολειμματικών κοινωνικών πολιτικών που παγιώνονται ευρύτερα για τους ακραία φτωχούς την εποχή της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Είναι, δηλαδή, κοινωνικές πολιτικές παρόμοιες με αυτές που προωθούνται για τους άστεγους, για τους άπορους, για τους ουσιοεξαρτημένους […] Πολιτικές, οι οποίες δεν επιδιώκουν την κοινωνική ενσωμάτων των ευάλωτων πληθυσμών. Απεναντίας, εξαντλούνται στην οριακή παροχή συνθηκών αποτροπής του θανάτου τους. Και αυτό, όχι πάντα.

Ο συγγραφέας δείχνει, λοιπόν, πώς συνυφαίνεται η ευρωπαϊκή πολιτική ελέγχου των συνόρων (Συνθήκες Σένγκεν και Δουβλίνου) με τον ευρωπαϊκό συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής προστασίας: τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), τη Στρατηγική της Λισαβόνας (2000) και εξελίξεις σε εθνικό επίπεδο, όπως η ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών υποδοχής και στέγασης των αιτούντων άσυλο στη Βρετανία (2010) (σ. 73).

Και στην Ελλάδα; Πολύ πριν από την οικονομική κρίση και τη χρονιά-«ορόσημο» του 2015, ο προνοιακός πλουραλισμός στη στεγαστική πολιτική σήμαινε, και εδώ, ότι

το κύριο βάρος […] επωμίζονταν φιλανθρωπικές οργανώσεις και τοπικοί φορείς [:] οι Δήμοι, η Εκκλησία και ορισμένες μη κυβερνητικές οργανώσεις (σ. 82-3).

Μέσα στην οικονομική κρίση, ακριβώς δηλαδή τη στιγμή που τη χρειαζόμασταν, η κοινωνική πολιτική γινόταν όλο και πιο ισχνή: οι δημόσιες δαπάνες για στεγαστική υποστήριξη, που το 2007 βρίσκονταν στο 0,38%, το 2013 έφτασαν το …0,01%, και η λογική του υπολειμματικού (residual) κοινωνικού κράτους θριάμβευσε ακριβώς εδώ. Καθώς οι δαπάνες μειώνονταν, κοινωνική πολιτική ήταν πια οι «πολιτικές "έκτακτης ανάγκης" με σκοπό τη διαχείριση της ακραίας φτώχειας» (σ. 87).

Αν δεν έχει κανείς αυτά κατά νου, μένει λειψή η κατανόηση της φρίκης στη Μόρια και στα άλλα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών – αυτά τα «εργαστήρια ολοκληρωτισμού», όπως έλεγε η Χάνα Άρεντ, που έφτασαν ανθρώπους ως την αυτοκτονία ή το θάνατο από κρυοπαγήματα.

Μετά και τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία, τα hot-spots και οι καταυλισμοί, όνειδος πραγματικό για την «δικαιωματική» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, έγιναν η «κυρίαρχη μορφή στεγαστικής φιλοξενίας» (σ. 141). Το 2018 «στέγαζαν» 7.500 ανθρώπους στη Λέσβο (σε θέσεις για 3.100), 2.018 στη Χίο (σε θέσεις για 1.014), 2.676 στη Σάμο (σε θέσεις για 648), 1.400 στην Κω (σε θέσεις για 816) (σ. 112). Η έρευνα πεδίου του Κουραχάνη, και οι μαρτυρίες των εργαζομένων εκεί, δεν μαρτυρούν απλά τις σοβαρές ελλείψεις στον συντονισμό· δείχνουν ότι η ζωή στα hot-spot βρίσκεται σε συνεχή κίνδυνο, για να δοθεί στην Ευρώπη το μήνυμα ότι εδώ «δεν χωράμε άλλους». Στον αντίποδα, το πρόγραμμα στέγασης αιτούντων άσυλο σε κοινωνικά διαμερίσματα (ESTIA) αποτέλεσε ένα «θετικό βήμα, το οποίο πρέπει να υποστηριχθεί ακόμη περισσότερο από ελληνικό κράτος» (σ. 170). Όμως το βιβλίο του Κουραχάνη γράφτηκε λίγους μήνες πριν οι ένοικοι των διαμερισμάτων μάθουν ότι όφειλαν να εγκαταλείψουν τα διαμερίσματά τους το συντομότερο…

Προνοιακός «πλουραλισμός» και απουσία κοινωνικής πολιτικής – εγκλεισμός σε hot-spot (ως φτηνότερη στεγαστική λύση, μέσο χωρικού διαχωρισμού και κοινωνικού ελέγχου) – φιλοξενία για λίγους και για λίγο. Μπροστά στο τρίπτυχο αυτό καταλαβαίνει κανείς πόσο σπουδαία δουλειά έκαναν οι στεγαστικές καταλήψεις – στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις. Και προς τιμή του, ο Κουραχάνης αφιερώνει το βιβλίο στους αφανείς που τις οργάνωσαν: «σε αυτούς "που κράτησαν τη λάμπα ψηλά, για να δουν της γης οι θλιμμένοι"» (σ. 192). Δεν πρόκειται για έπαινο σε οικείους. Τα κινήματα κατοικίας

καλύπτουν τρέχουσες στεγαστικές ανάγκες, αναδεικνύουν τις επιπτώσεις της ολοκληρωτικής εμπορευματοποίησης του αγαθού της στέγης, αμύνονται στις επιθετικές πολιτικές έξωσης και πλειστηριασμών κατοικίας, αντιπροτείνουν εναλλακτικούς τρόπους κατοίκησης με αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη (σ. 181).

***

Όσες και όσοι ξέρουν (ξέρουμε) τι σημαίνει ενοίκιο στην εποχή του air-bnb, ή πλειστηριασμός στην εποχή των «κόκκινων δανείων», καταλαβαίνουν ότι ο Κουραχάνης μιλά για το προσφυγικό ως «ακραία» εκδοχή μιας πολύ οικείας συνθήκης: της στεγαστικής επισφάλειας. Σε μια δημιουργική διετία (2017-2019), ο ίδιος έχει αναδείξει τις βασικές πτυχές της, γράφοντας ή επιμελούμενος τρία βιβλία (Κοινωνικές πολιτικές στέγασης, Παπαζήσης 2017· Άστεγοι και κοινωνικός αποκλεισμός στην Ελλάδα της κρίσης [με τη Δέσποινα Παπαδοπούλου], Τόπος, 2017· Κατοικία και κοινωνία, προβλήματα, πολιτικές και κινήματα, Διόνικος 2019). Ακριβώς λοιπόν τη στιγμή που χρειάζεται, φαίνεται ότι υπάρχει μια νέα γενιά ερευνητών που σταδιοδρομεί στο Πανεπιστήμιο χωρίς να θεωρεί περιττό βάρος τον ριζοσπαστισμό της. Δεν το έχουμε δα και σε περίσσεια.

Κρατάω τρία σημεία για την κριτική. Το πρώτο: ό,τι ο συγγραφέας αποκαλεί «κοινωνική πολιτική αποκομμένη από ακαδημαϊκές αρχές και αξίες» (σ. 29), έχει και ακαδημαϊκές αρχές και αξίες: ο «οικονομοκεντρισμός», που αποδίδει ο ίδιος στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, είναι η λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Γι’ αυτό και η κριτική της ευρωπαϊκής στρατηγικής, που επιχειρεί με οξυδέρκεια ο Κουραχάνης, νομίζω πως έχει ανάγκη τη διεπιστημονικότητα, και δη την κριτική της πολιτικής οικονομίας. Ξέρω πως μια τέτοια προοπτική δεν ενθουσιάζει τους περισσότερους ακαδημαϊκούς της κοινωνικής πολιτικής. Όμως, το γεγονός ότι ο Κουραχάνης υποβάλλει σε κριτική την έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού (σ. 31), δείχνει πως ο ίδιος έχει διάθεση να αντιπαρατεθεί με το κυρίαρχο ρεύμα και στο επίπεδο της θεωρίας.

Ένα δεύτερο: ο όρος «ενσωμάτωση», που επιλέγει ο ίδιος, σε άλλα συμφραζόμενα παραπέμπει στην αφομοίωση – το «ένα σώμα». Η επιλογή της «ένταξης» νομίζω θα ήταν ευτυχέστερη. Τρίτο και τελευταίο: ιδίως στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, η μέριμνα της θεωρητικής τεκμηρίωσης, μολονότι θωρακίζει το κείμενο, νομίζω πως γλωσσικά το κάνει πιο «στεγνό» και ερμητικό, παραπέμποντας σε ακαδημαϊκή δημοσίευση. Είναι πάντα δύσκολο να απευθύνεσαι ταυτόχρονα σε τεχνοκράτες και κινηματικούς. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Κουραχάνης είναι σε θέση να πείσει και τους δύο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι επίτευγμα.

 

[1] Ingleby et al., “The role of health in integration”, in: Maria Lucida Fonseca & Jorge Malheiros, Social Integration & Mobility: Education, Housing and Health, IMISCOE Cluster B5. State of the Arte Report, 2005, pp. 101-137.

 

Φωτογραφία: Πανό για την τελευταία μέρα στο κατειλημμένο City Plaza (Πηγή: Popaganda)