Απολυμένοι από ΜΚΟ: Οργανώνεις απανθρωπιάς προς τους εργαζόμενους

Σε αρκετές περιπτώσεις, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) που έχουν προϋπολογισμούς εκατομμυρίων, συμπεριφέρονται σε εργαζόμενους στη χώρα μας με αποικιοκρατική συμπεριφορά και στάση, εκμεταλλευόμενοι την γενικότερη απορρύθμιση στην αγορά εργασίας που επέφεραν τα μνημόνια.

Οι «ανθρωπιστικοί» οργανισμοί, που υποτίθεται έρχονται να βοηθήσουν τους κατατρεγμένους των πολέμων, «χρησιμοποιούν»-προσλαμβάνουν εργαζόμενους στη χώρα μας, με στοιχειώδη έλλειψη σεβασμού προς αυτούς, για να βρίσκονται στα κέντρα «φιλοξενίας» και να πασχίζουν να βοηθήσουν τους πρόσφυγες. Το μόνο θέμα από τη πλευρά των ΜΚΟ είναι να βγαίνουν τα νούμερα που πρέπει να εμφανίσουν για να πάρουν τα κονδύλια. Ο «ανθρωπισμός» αναδεικνύεται σαν μια επικοινωνιακή στρατηγική προκειμένου οι ΜΚΟ να ενταχθούν στα διάφορα προγράμματα χρηματοδότησης. Ευέλικτες σχέσεις εργασίας, ολιγόμηνες συμβάσεις, καθυστερήσεις στην καταβολή δεδουλευμένων, απολύσεις προσωπικού, είναι η καθημερινότητα των εργαζομένων στα κέντρα διαμονής των προσφύγων.

Πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη , περιοχή όπου μία σειρά Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) δρουν στα πλαίσια του προσφυγικού, πραγματοποιήθηκαν απολύσεις προσωπικού με χρήση μνημονιακών νόμων από το δεύτερο μνημόνιο. Ο Δρόμος της Αριστεράς συνομίλησε με τρεις εργαζόμενες-ους από τις ΜΚΟ, Save the Children και Solidarity Νow σχετικά με τις πρόσφατες απολύσεις, αλλά και σχετικά με τη δράση των ΜΚΟ μέσα στα κέντρα της Θεσσαλονίκης με βάση και τα δικά τους βιώματα.

Την συνέντευξη πήρε ο Θοδωρής Νικολαΐδης για την εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς

 

Πρόσφατα έγιναν απολύσεις στη ΜΚΟ Save the Children στη Θεσσαλονίκη, αφηγηθείτε μας το περιστατικό.

Α.Α.: Το πρόγραμμα εργασίας για εμάς ξεκίνησε με ορίζοντα μέχρι τις 15 Απριλίου 2017, οπότε και έληγε η σύμβαση ορισμένου χρόνου που είχαμε υπογράψει, με ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχισης της σύμβασης. Τους τελευταίους μήνες λόγω της μείωσης των προσφύγων στα κέντρα φιλοξενίας κυκλοφορούσε η φήμη ότι θα γίνει μείωση προσωπικού. Τον Φλεβάρη συγκάλεσαν όλο το προσωπικό και μας είπαν ότι δεν θα σπάσει κανένα εργασιακό συμβόλαιο, αλλά θα εφαρμοστεί πρόγραμμα υποχρεωτικών αδειών για ένα μέρος του προσωπικού, οι οποίοι θα πληρώνονταν κανονικά μέχρι τη λήξη της σύμβασης στις 15 Απρίλη. Μετά από περίπου 20 μέρες κάποιοι συνάδελφοι δέχτηκαν ένα τηλεφώνημα εν μέσω εργασίας, που τους καλούσε να φύγουν εσπευσμένα από το χώρο εργασίας για να πάνε στο γραφείο να μιλήσουν με το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού. Εκεί ανακοινώθηκε στον καθένα ξεχωριστά η απόλυσή του. Φερόμενη αιτία , η μείωση αριθμού προσφύγων στα κέντρα. «Θα φύγουν πολλά άτομα , έτυχε ένα να είσαι εσύ». Όπως χαρακτηριστικά μας ειπώθηκε.

Β.Β.: Η έλλειψη προσφύγων από τα κέντρα που δραστηριοποιείται ο οργανισμός που μεταφράστηκε ως μη αντικείμενο εργασίας, η φερόμενη αιτία για τις απολύσεις είναι αμφιβόλου βασιμότητας καθώς οι πρόσφυγες μετακινήθηκαν από τα κέντρα μέσα στη πόλη, κάτι το οποίο γνωρίζαμε ότι θα συμβεί από τον Ιανουάριο. Η ΜΚΟ Save the Children δεν έκανε κάτι για να ακολουθήσει τον προσφυγικό πληθυσμό που μεταφέρθηκε στην πόλη, παρά το γεγονός ότι έχουν καταγγελθεί πολλές φορές οι συνθήκες που ζούνε οι πρόσφυγες και οι ελλιπείς υπηρεσίες σε σπίτια και σε ξενοδοχεία.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε μνημονιακός νόμος, όπως αναφέρθηκε από την επιθεώρηση εργασίας, που επιτρέπει την κακόβουλη μετατροπή της σύμβασης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, με σκοπό την απόλυση. Οι εργαζόμενοι δεν ενημερώθηκαν για αυτή τη μεταβολή παρά μόνο όταν καλέστηκαν να υπογράψουν την απόλυσή τους. Δεδομένου ότι είναι πολύ δύσκολο από τον νόμο να τερματιστεί πρόωρα μια σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς υπαιτιότητα του εργαζομένου, η εργοδοσία μετέτρεψε τις συμβάσεις σε αορίστου χρόνου για να μπορέσουν να κάνουν απολύσεις. Αυτή η ενέργεια ήταν πρωτότυπη για την Ελλάδα και πρωτοφανής για ΜΚΟ και φυσικά έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις διακηρυγμένες υποτιθέμενες ανθρωπιστικές αρχές των ΜΚΟ. Εταιρίες που συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο στους εργαζομένους τους, δεν μπορεί να αυτοαποκαλούνται ανθρωπιστικές.

Β.Β.: Ενδεικτικά θυμάμαι στο πρώτο ραντεβού για τη συνέντευξη, όταν ρωτήσαμε για το μισθό μας, η απάντηση ήταν: «θα πείτε και ευχαριστώ με τον μισθό». Στην πορεία ανακάλυψα πως υπάρχει μεγάλη μισθολογική διαφορά μεταξύ των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν στην Ελλάδα και των υπαλλήλων που ήρθαν από το εξωτερικό με διεθνές συμβόλαιο για να εργαστούν στη χώρα μας. Θεωρούμασταν δηλαδή κάτι σαν εργαζόμενοι δεύτερης κατηγορίας.

 

Με βάση και τα δικά σας βιώματα σαν εργαζόμενοι στο χώρο αυτό, πώς βλέπετε τη δράση των ΜΚΟ για το προσφυγικό στη Θεσσαλονίκη και στη χώρα μας ;

Α.Α.: Το πρόβλημα με τις ΜΚΟ για το προσφυγικό, ξεκινάει από το ότι δεν κοιτάνε την ποιότητα υπηρεσιών. Περισσότερο νοιάζονται να προκύπτουν ικανοποιητικά τα νούμερα. Σπάνια ρωτούσαν οι προϊστάμενοι και από τα κεντρικά της οργάνωσης σχετικά με το τι ακριβώς κάνουμε στο χώρο των καμπ και πώς επηρεάζεται ο πληθυσμός. Συμπληρώναμε μια φόρμα κάθε μέρα πόσοι πρόσφυγες ήρθαν στις εγκαταστάσεις της ΜΚΟ μέσα στο καμπ και πάνω-κάτω αυτά ήταν τα οποία ήθελαν. Επίσης, όταν ζητήσαμε βοήθεια για να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένα προβλήματα και να βελτιώσουμε την ποιότητα των υπηρεσιών μας, δεν υπήρξε ικανοποιητική ανταπόκριση.

Γ.Γ.: Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα αφορά την κοινωνική υπηρεσία γραφείου. Το βασικό ενδιαφέρον ήταν να καταγραφούν, για παράδειγμα, 50 περιστατικά, χωρίς να τους ενδιαφέρει η τελική έκβαση και η εξυπηρέτηση των ανθρώπων.

Β.Β.: Κανένα ενδιαφέρον ως προς τις υπηρεσίες και το βάθος της ποιότητας. Σαν διαδικασία, όπως την αντιλαμβάνομαι, παίρνουν τα λεφτά από το πρόγραμμα και έχουν κάποιους εργαζόμενους έτοιμους για την έναρξη της δραστηριότητας. Για το ποια σχέδια είχαν και τι αποτελέσματα θέλουν να έχουν ως προς την ποιότητα, συγκεκριμένα με τα προσφυγόπουλα ήταν τελείως ασαφές.

Για αρκετούς μήνες υπήρχαν προβλήματα με υλικά και ελλείψεις σε παιχνίδια και βασικά μέσα καθαριότητας. Όλα γίνονταν με την καλή θέληση των εργαζομένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υψηλά ιστάμενοι από τις ΜΚΟ δεν πολυπατάνε στο χώρο που βρίσκονται οι πρόσφυγες.

 

Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει με προκατάληψη τη δράση των ΜΚΟ, αδιαφάνεια στη λειτουργία και στη χρηματοδότηση τους. Πως το είδατε από τα «μέσα»;

Γ.Γ.: Δεν υπάρχει κάτι επίσημο που μπορώ να καταθέσω. Παρ’ όλα αυτά όταν κλείνει ένα πρόγραμμα παρατηρώ ότι υπάρχει αναπορρόφητος προϋπολογισμός και τελείως, χωρίς νόημα, κατανομή των πόρων. Σου λείπουν τα βασικά για να δουλέψεις και την ίδια στιγμή ενώ δεν καλύπτονται μια σειρά από βασικές ανάγκες, γίνονται αγορές για πράγματα που δεν χρειάζονται άμεσα όπως π.χ. κάμερες.

Β.Β.: Από τον πρώτο καιρό ακόμα, γρήγορα διαπίστωσα πως λείπανε βασικά πράγματα όπως γάντια για να καθαρίσουμε και προς τη λήξη του προγράμματος, βλέπαμε και άλλα όπως εκδρομές στη Θεσσαλονίκη. Παίζει ρόλο και ο καταμερισμός του προϋπολογισμού σε διάφορες κατηγορίες, ας πούμε υπήρχαν λεφτά για λάπτοπ, αλλά όχι, παραδείγματος χάριν, για ρουχισμό. Λόγω της δυσκινησίας στη μεταφορά κονδυλίων εντός προγράμματος, υπήρχαν ατοπίες όπως αγορές πραγμάτων που δεν απευθύνονται σε πραγματικές ή πρώτιστες ανάγκες.