Ανόητοι ή προδότες; Του Χρήστου Λάσκου

Πολλές φορές, από αυτήν την στήλη έχω γράψει πως «αυτό δεν τελειώνει ποτέ». Άλλες τόσες έχω διατυπώσει το αίτημα: «όχι άλλο σώσιμο». Λιγότερες ήταν αυτές, στις οποίες διακριτικά (sic) διαπίστωσα πως οι κυβερνώντες μας δεν έχουν αίσθηση της καθημερινής υλικής ζημιάς, που προκαλεί η πολιτική τους στη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, με αποτέλεσμα άλλοι να εκδηλώνουν το σύνδρομο της Αντουανέτας και άλλοι, ακόμη καλύτερα, να θεωρούμε πως, εμείς οι διαρκώς εξαθλιωνόμενοι μισθωτοί, συνταξιούχοι etc, τους χρωστάμε κιόλας, που … δεν εγκατέλειψαν τη μάχη.

Οι τελευταίες μέρες, νομίζω, αποδεικνύουν, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως «αυτό δεν τελειώνει ποτέ». Και, για όποιον δεν είναι «ανόητος ή προδότης», ξεκαθαρίζουν πως η επιμονή σε μια «εντός ορίων» διαχειριστική πολιτική υπηρέτησης του μνημονιακού καθεστώτος οδηγεί στην ολοκληρωτική καταστροφή μιας κοινωνίας, η οποία, αν τιμωρείται για κάτι αυτό είναι πως αμφισβήτησε, έντονα και, σ’ ένα ορισμένο βαθμό, δραστικά τη νεοφιλελεύθερη δικτατορία. 

Να το πω όσο καθαρότερα γίνεται: δεν πρόκειται για επιλογή, η οποία μπορεί να κριθεί με όρους κόστους –οφέλους. Η συνέχιση αυτής της πολιτικής, με επιμονή, μάλιστα, στην ανάδειξη της πολύ επιτυχούς (sic) τήρησης του 3ου Μνημονίου, προκαλεί τέτοια καταστροφή των ίδιων των προϋποθέσεων της αντίστασης, που υποψιάζει για την πιθανότητα … λοβοτομής.

Μεταφέρω τα λόγια του Κωστή Καρπόζηλου, από συνέντευξη στην κυβερνητική «Εποχή»:
«Θεωρείς ότι η κοινωνική δυναμική που είχε αναπτύξει ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ή ο κόσμος τηρεί μια στάση αναμονής;

-Νομίζω ότι έχει απονεκρωθεί. Η απουσία κοινωνικών αντιστάσεων είναι ενδεικτική της υποχώρησης της λαϊκής αυτοπεποίθησης. Ας σκεφτούμε τον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Όχι μόνο δεν έχουμε δει την ανάδυση νέων μορφών οργάνωσης σε κρίσιμους τομείς, όπως οι επισφαλείς και οι νέοι εργαζόμενοι, αλλά αν το σκεφτεί κανείς ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις επιτυχημένων διεκδικήσεων στον ιδιωτικό τομέα, εκεί που πραγματικά κρίνεται η κατανομή των βαρών της κρίσης […] Αν η κυβέρνηση ήταν δημοφιλής ή μάλλον αν η κυβέρνηση ήταν, σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια, επιτυχημένη θα είχαμε πολλαπλασιασμό των κινημάτων, καθώς οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες θα συνδέονταν και θα ανατροφοδοτούνταν από μια νέα κοινωνική δυναμική που συχνά θα στρεφόταν κατά της ίδιας της κυβέρνησης. Το ότι δεν υπάρχει ορατό αντικυβερνητικό κίνημα υπογραμμίζει την ανάδυση μιας νέας αντιπολιτικής αντίληψης που συνοψίζεται στο «όλοι ίδιοι είναι»».

Με δυό λόγια, η μεγαλύτερη συνεισφορά της κυβέρνησης Τσίπρα είναι η καταστροφή των προϋποθέσεων της αντίστασης σε μια πολιτική που, με πρωτοφανή ιστορικά τρόπο, εξοντώνει μια ολόκληρη κοινωνία – και της οποίας τη διάλυση προβλέπει ο, καθόλου αρνητικός για καιρό ως προς την κυβέρνηση, Νόαμ Τσόμσκι.

Παρ’ όλα αυτά, ο πρωθυπουργός συνεχίζει, με τον πιο ιταμό τρόπο, να ισχυρίζεται πως αν επέλεγε μια άλλη γραμμή –κοινώς, αυτή που ήταν συλλογικά αποφασισμένη με όλους τους δυνατούς θεσμικούς κομματικά τρόπους- θα ήταν «ή ανόητος ή προδότης». Απορώ πώς ξέχασε και τη μικτή εκδοχή: και ανόητος και προδότης. 

Εκτός της απέχθειας που θα πρέπει να προκαλεί σε οποιονδήποτε αριστερό  ο χαρακτηρισμός «προδότης» για αυτούς με τους οποίους διαφωνείς –οσοδήποτε έντονα-, με δεδομένες, μάλιστα, τις μετεμφυλιακές συνδηλώσεις αυτών των εθνικοπατριωτικών χαρακτηρισμών προς τους συμμορίτας, υπάρχει και το μεθοδολογικό στοιχείο. Το να μην απαντάς, απέναντι σε όσους υποστήριξαν την κρίσιμη στιγμή τη «ρήξη» -ό,τι κι αν σήμαινε αυτό- αντί της συνθηκολόγησης, παρά με επιχειρηματολογία Γεωργιάδη και Βούλτεψη, συνιστά το λιγότερο στρεψοδικία. Προδοσία, δηλαδή, της σκέψης και της ευθύνης.  Στο όνομα, μάλιστα, της ευθύνης.  

Κι έτσι, μ’ αυτά και μ’ αυτά, νάμαστε πάλι να επιδιώκουμε το νέο έντιμο συμβιβασμό προκειμένου να μην βάλουμε σε δοκιμασία τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας –έστω κι αν σύντομα είμαστε οι μόνοι παγκοσμίως που θα ενδιαφερόμαστε για τέτοια πράγματα. Και να ακούμε τα ανήκουστα και πάλι:

1. Πως οποιαδήποτε επιλογή άλλη από την μνημονιακή κατακρήμνιση συνιστά, λέει, ανείπωτη καταστροφή. Έστω κι αν κάθε λογικός άνθρωπος, π.χ. οι δεξιοί κεϊνσιανοί, κατανοεί πως έρχεται μια στιγμή που π.χ. το κόστος της εξόδου από το ευρώ μπορεί να είναι στρατηγικά μικρότερο από το όφελος. Όχι! Σύμφωνα με την κυβέρνηση, παντού και πάντα, είναι «καταστροφή». Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται, από την θέση που βρίσκονται, κοινωνικά και οικονομικά ο καθένας, τη συντελούμενη καταστροφή.

2. Πως, λέει,  δίνουμε μάχη να μην προνομοθετηθούν μέτρα, αλλά να μπουν … στον κόφτη. Πραγματικά, αν επιτευχθεί, θα πρόκειται για γκραν σουξέ. Συγκρίσιμο μόνο με τα αντίστοιχα του Σφακιανάκη –τον «Αετό», ας πούμε. Μην σας πω πως θα πρέπει, σε αυτήν την περίπτωση, να γιορτάζεται η μέρα που θα αποφασιστεί από τους εταίρους κάτι τέτοιο περισσότερο και από την 25η Ιανουαρίου.

3. Πως, λέει, είναι παράλογο να μας ζητούν ομαδικές απολύσεις –αυτό το άκουσα από την υπουργό Εργασίας- τη στιγμή που κανείς «κοινωνικός εταίρος» δεν το θέτει εντός της χώρας. Κι έτσι, ησυχάσαμε: ούτε ο ΣΕΒ ούτε οι τραπεζίτες ενδιαφέρονται γι’ αυτό, άρα είναι κι αυτοί με τη «δική μας», την εθνική πλευρά. Μωραίνει Κύριος;

Δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά η πλήρης ρήξη με αυτές τις επιλογές, με την ενεργητική παράταση και εμβάθυνση του μνημονιακού καθεστώτος. Με αυτό, δηλαδή, που, με μια πολύ μικρή και άνευρη διακοπή εκεί στις αρχές του 2015, συνεχίζεται και θα συνεχίζεται για γενιές. Η ρήξη ήταν και είναι ο μόνος δρόμος για την ελληνική κοινωνία. 

Γίνεται; Η ερώτηση δεν έχει νόημα. Αν είναι μονόδρομος, η μόνη αληθινή ΤΙΝΑ, προφανώς και γίνεται. Το ζήτημα είναι πως η τωρινή κυβέρνηση, όπως σωστά επισημαίνει ο Κωστής Καρπόζηλος παραπάνω, σπρώχνοντας τον κόσμο στην αντιπολιτική στάση και την καταθλιπτική παραίτηση, θα καταγραφεί, μέσα από την γνωστή ειρωνεία της Ιστορίας, ως ο καλύτερος εξολοθρευτής αυτής της αληθινής δυνατότητας. Και όχι λόγω ανοησίας ή προδοσίας. Λόγω ανευθυνότητας, μάλλον, που, ίσως, είναι χειρότερο. 

Θέλω να πω, δείτε και πέρα από τα μνημόνια. Σε χίλια πράγματα, με πιο πρόσφατο το τωρινό. Όπου μπορεί να μπλέξουμε και σε άλλα γιατί ο κυβερνητικός σύμμαχος, στρατόκαυλος και θεομπαίχτης, δεν ορρωδεί να παίζει στρατέγκο νομίζοντας πως, ο,τιδήποτε άλλο, είναι ανόητο ή προδοτικό.  Άντε, στο διάβολο…