Είναι γνωστό πως, διαχρονικά, η Δεξιά στην Ελλάδα έχει μια αγαπητική σχέση με την περικεφαλαία. Προφανώς, ανακαλεί η περικεφαλαία το πάντα ηρωικό παρελθόν –«όταν αυτοί τρώγανε βελανίδια εμείς φορούσαμε περικεφαλαίες».

Προσπαθώ να καταλάβω. Τον Μαχαιρίτσα έχω σταματήσει να τον ακούω πάνω από μια δεκαπενταετία – λίγο μετά τον θαυμάσιο «Παλιό Στρατιώτη». Σιγοψιθύριζα κατά καιρούς το «Μάτια δίχως λογική» (να πω την αμαρτία μου, και το «Πεθαίνω για σένα»). Κι από τις κασέτες της εφηβείας είχα κρατήσει ένα νήμα, το «Ημίφως». Ως εκεί. Για διάφορα, του στυλ «Κι αν είμαι εγωκεντρικός / εγώ είμαι ολόκληρος μωρό μου», απλά δεν έβλεπα το λόγο.

Ένα από τα κύρια στοιχήματα του συστήματος στην Ελλάδα είναι η σταθεροποίηση της… σταθεροποίησης. Η σταθεροποίηση της «κανονικότητας», δηλαδή. Η δε ενίσχυση του δικομματισμού αποτελεί την πολιτική έκφραση αυτής της συστημικής επιδίωξης.

Δυσφορία προκαλεί η προκλητική στάση των εταιρειών εκμίσθωσης ηλεκτρικών πατινιών σε συνδυασμό με την αμήχανη στάση των δημάρχων,  καθώς τα οχήματα αυτά οι χρήστες τα εγκαταλείπουν χωρίς καμία  υπόδειξη ή μέριμνα  από τις ιδιοκτήτριες εταιρείες και «κάποιοι» τα  σταθμεύουν σε κοινόχρηστους χώρους (πεζοδρόμια) δωρεάν και μάλιστα σε σημεία που παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία πεζών.

Τρία πράγματα με ενόχλησαν περισσότερο στα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών: Η αυτοδυναμία της ΝΔ, η διατήρηση μιας ισχυρής κομματικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ και η εκλογή – επιβράβευση, από όσους αποχώρησαν από το ΣΥΡΙΖΑ, μόνο του προσωποπαγούς και χωρίς σαφή ιδεολογία κόμματος του κ. Βαρουφάκη.

Δύο είδη κριτικής απευθύνονται στην κυβέρνηση αυτόν τον ενάμιση μήνα της θητείας της. Η πρώτη είναι η κριτική περί «ασυνέπειας». Κατήγγειλε την «κομματικοποίηση του κράτους» – άλλαξε όμως τη Νοτοπούλου με την Αντωνίου, και όρισε διευθυντή της δημόσιας τηλεόρασης τον διευθυντή του γραφείου προπαγάνδας της ΝΔ. Έκανε σημαία της την αριστεία – αλλά από τον αρχηγό της ΕΥΠ ως τον μετακλητό του Γεωργιάδη, οι άριστοι δεν φαίνεται να αφθονούν στη νέα κρατική μηχανή. Μπήκε μπροστάρισσα στο νέο Μακεδονικό Αγώνα – όμως ακόμα και ο θεατρικός Μπογδάνος ζητά «να επιβλέψουμε την κατά το δυνατόν αυστηρότερη εφαρμογή» των Πρεσπών.

Αιφνιδιαστικά, και χωρίς κανόνες μία νέα μορφή επιχειρηματικότητας «εισχώρησε» στην ελληνική κοινωνία, η κερδοσκοπική εκμετάλλευση της χρήσης των ηλεκτρικών πατινιών.

Ας προσπεράσουμε τα ζητήματα που αφορούν στη θέσπιση κανόνων ασφαλούς κυκλοφορίας –ακόμα εκκρεμεί-, στην ασφάλισή τους έναντι πρόκλησης υλικών ζημιών σε τρίτους ή σε άλλα οχήματα και σωματικών βλαβών- ούτε καν έχει συζητηθεί- και στους κινδύνους που εγκυμονεί η ανεξέλεγκτη χρήση τους απο ανήλικους ή άπειρους χρήστες και ας επικεντρωθούμε σε ένα σημείο, που αφορά όλους τους πολίτες και την τοπική αυτοδιοίκηση.

Στη στάθμευση αυτών των οχημάτων σε κάθε σημείο δημόσιων κοινόχρηστων χώρων των Δήμων.

Η στήλη αυτή είναι γνωστό, για όσους την παρακολουθούν, πως γράφεται, σχεδόν ανεξαρτήτως συνθηκών, επί 8 περίπου χρόνια, με μεγάλη τακτικότητα και επιμονή. Για πρώτη φορά έμεινε «άγραφη» για δύο ολόκληρους μήνες.

«Η ώρα έχει πάει περίπου 3 π.μ. Ο Χρυσοχοΐδης δεν μπορεί να κοιμηθεί από την αγωνία, όλες οι πληροφορίες δείχνουν ότι πρόκειται για τη 17 Νοέμβρη και το μεγάλο του άγχος είναι “να μην γίνει κανένα λάθος”. Ο προσωπικός του οδηγός κοιμάται σε ένα άλλο σπίτι και ο υπουργός αποφασίζει να πάρει το αυτοκίνητο και να κατέβει μόνος του στην Αθήνα. Το σκούρο μπλε υπηρεσιακό Άουντι τρέχει με 200 χιλιόμετρα καθώς χαράζει και ο τροχονόμος λίγο έξω από την Λαμία του κάνει νόημα να σταματήσει. Για λίγα λεπτά δεν αναγνωρίζει τον υπουργό και μετά τον αφήνει να φύγει με το σχόλιο: “Γιατί τρέχεις έτσι, βρε παιδί μου;”...»

Α. Παπαχελάς, Τ. Τέλλογλου, «Φάκελος 17 Νοέμβρη», ΕΣΤΙΑ

Pages